Οι δύο τελευταίες εβδομάδες θυμίζουν μέρες του 1945 όταν οι νικητές του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου συναντήθηκαν στην Τεχεράνη και τη Γιάλτα για να καθορίσουν την τύχη του μεταπολεμικού κόσμου. Υπάρχει ωστόσο στη σημερινή συγκυρία μία ουσιώδης διαφορά, δεν είναι βέβαιο ότι οι ηγεσίες των υπερδυνάμεων επιθυμούν τον διαμοιρασμό ούτε είναι ξεκάθαρη ακόμη η μεταξύ τους ισορροπία δυνάμεως. Οι ΗΠΑ παραμένουν με αντικειμενικούς όρους η μόνη υπερδύναμη με την Κίνα να την πλησιάζει απειλητικά.

Η Ρωσία δεν είναι πλέον υπερδύναμη. Χρησιμοποιεί εκβιαστικά την πυρηνική της ισχύ για να επιβάλει σε πιο αδύναμα μέρη όπως η Ουκρανία τη βούλησή της. Εκβιάζει με τον ίδιο τρόπο τους Ευρωπαίους που επίσης δεν επιθυμούν τη σύγκρουση μαζί της.

Με την Κίνα έχει προνομιακή σχέση, παρότι ετεροβαρή. Εξαρτάται από την εύνοια της ηγεσίας της για να διατηρείται στο τραπέζι των μεγάλων αλλά ο όρος αυτός δημιουργεί μια ανισορροπία ισχύος. Ο Σι λατρεύει τη ρωσική λογοτεχνία, έχει διαπαιδαγωγηθεί ως κομμουνιστής και δεν έχει αποβάλει αυτή την ιδεολογία. Η σχέση του με τον Πούτιν είναι συνεπώς ευεξήγητη. Αλλά δεν είναι σχέση ισοδυνάμων. Τον καλεί στο Πεκίνο λίγες μέρες μετά τη συνάντηση του με τον Τραμπ. Ο συμβολισμός αυτονόητος. Σύμμαχός μου είναι η Μόσχα, όχι η Ουάσιγκτον.

Το ερώτημα λοιπόν δεν είναι τι ήθελε ο Πούτιν στο Πεκίνο αλλά τι ήθελε ο Τραμπ. Τις πρώτες μέρες της δεύτερης θητείας του έκανε μεγάλη προσπάθεια να αποσπάσει την εύνοια του ρώσου ηγέτη. Του έστρωσε κόκκινο χαλί στην Αλάσκα. Περίμενε γρήγορη λύση στο μέτωπο της Ουκρανίας, δεν ήρθε. Περίμενε να ανοίξει ο ρώσος ηγέτης τις πλουτοπαραγωγικές πηγές της χώρας του σε αμερικανικές εταιρείες.

Θα ήθελε πιο στενή σχέση μαζί του. Δεν θα εγκαταλείψει ο Τραμπ την προσπάθεια προσεταιρισμού του Πούτιν αλλά δεν πρόκειται να τον αποσπάσει από το άρμα της Κίνας. Οι δύο χώρες μοιράζονται όχι μόνο κοινά σύνορα αλλά και κοινά συμφέροντα. Μοιράζονται κυρίως τη μετα-δυτική αντίληψη του κόσμου. Η Ρωσία γνωρίζει ότι θα είναι υποδεέστερη και εξαρτημένη από την Κίνα αλλά το μίσος του Πούτιν για τη Δύση τον κάνει να προτιμά αυτή την εξάρτηση παρά μια καλύτερη σχέση μαζί της που θα του εξασφάλιζε ισοτιμία.

Πρόκειται για το πιο κρίσιμο διακύβευμα των επόμενων ετών, η ισορροπία στο τρίγωνο ΗΠΑ – Κίνα – Ρωσία. Και η Ευρώπη μέσα σ’ αυτά; Θα πρέπει να συμβιβαστεί με την ιδέα της μεσαίας δυνάμεως.

Ο Ντράγκι και ο Λέτα με τις εκθέσεις τους αυτό τον κίνδυνο επέσεισαν. Αν η ΕΕ δεν καταβάλει προσπάθεια πολύ μεγάλη, κυρίως στον τομέα της άμυνας και της τεχνολογίας, θα περιθωριοποιηθεί. Θα συνεχίσει να υπάρχει αλλά δεν θα μπορεί να ανταγωνίζεται είτε τις ΗΠΑ είτε την Κίνα και ίσως αναγκασθεί να επιλέξει ανάμεσα στις δύο.

Η φυσιολογική εξέλιξη θα είναι η συνέχιση του ιστορικού δεσμού της με τις ΗΠΑ. Θα συμβεί αυτό πολύ πιθανόν μετά τον Τραμπ αλλά οι ενέργειες που θα γίνουν μέχρι τότε θα καθορίσουν τον συσχετισμό δυνάμεως μεταξύ των δύο πλευρών του Ατλαντικού. Ο επόμενος πρόεδρος ακόμη και αν μιλάει γαλλικά (!) θα είναι υποχρεωμένος να θέσει τη σχέση με την Ευρώπη σε άλλο πλαίσιο και αυτό θα καθοριστεί από τη σχέση των ΗΠΑ με την Κίνα.

Η Ινώ Αφεντούλη είναι επικεφαλής του Παρατηρητηρίου Γεωπολιτικής και Διπλωματίας στο Ελληνικό Ιδρυμα Ευρωπαϊκής και Εξωτερικής Πολιτικής (ΕΛΙΑΜΕΠ)

ΣΧΟΛΙΑ
ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
0 /50
0 /2000
YouTube thumbnail