Η ιστορία που ακολουθεί είναι εις γνώσιν της Αστυνομίας. Η κυρία Μαρία (τυχαίο όνομα), συνταξιούχος ιατρός, ζει μόνη στο διαμέρισμά της στο Χαλάνδρι. Είναι 80 ετών, χήρα, με κινητικά και καρδιολογικά προβλήματα. O γιος της προσπαθεί να την επισκέπτεται όσο πιο συχνά μπορεί, πλην όμως επαγγελματικές και οικογενειακές υποχρεώσεις δεν του επιτρέπουν να είναι πάντα συνεπής.
Τελευταία η σκέψη της έχει θολώσει κάπως. Ξεχνάει. Αλλά και όταν θυμάται, συχνά ο λογισμός της παραπατάει. Σκοτώνει τις ώρες της μπροστά στον υπολογιστή κάνοντας περιττές μικροαγορές. Α, και της αρέσει να μιλάει στο τηλέφωνο. Τον τελευταίο καιρό σχεδόν έγιναν φιλενάδες με την κοπέλα από την ηλεκτρική εταιρεία. Θέλει να της κάνει προσφορά για φθηνότερο ρεύμα. Μάλιστα καθοδήγησε την κυρία Μαρία στην ανάγνωση του λογαριασμού, ώστε να της δώσει τον αριθμό της παροχής. Ομως έπειτα από αυτό, τα τηλεφωνήματα σταμάτησαν.
Πριν από λίγες μέρες το σταθερό τηλέφωνο κουδούνισε ξανά. Από το σύρμα ήρθε μία σταθερή, σοβαρή ανδρική φωνή. Με υπηρεσιακό ύφος. Και άρχισε να υφαίνει τον ιστό της γνωστής απάτης. Απευθύνθηκε στη Μαρία με το επίθετό της. Ισχυρίστηκε πως είναι από τον ΔΕΔΔΗΕ. Υπεύθυνος συνεργείου που εντόπισε διαρροή ηλεκτρικού ρεύματος εντός του διαμερίσματος. Εκείνη τη στιγμή κόπηκε το ρεύμα. Επανήλθε έπειτα από μερικά δευτερόλεπτα. Κόπηκε ξανά. Αποκαταστάθηκε αμέσως. Αυτό επαναλήφθηκε μερικές φορές.
Πράγματι, η Μαρία κατάλαβε ότι υπάρχει πρόβλημα. Τι πρέπει να κάνει; Μήπως να τηλεφωνήσει στον γιο της; Δεν χρειάζεται, τη διαβεβαίωσε ο άνδρας· σε μερικά λεπτά θα είχαν τελειώσει. Αρκεί η ίδια να έμενε στη γραμμή ακολουθώντας τις σαφείς οδηγίες. Θα άνοιγε φύλλα αλουμινόχαρτου στο τραπέζι του σαλονιού. Μέσα τους θα τοποθετούσε χρήματα και κοσμήματα. «Για ποιο λόγο να βάλω τα χαρτονομίσματα;» ρώτησε. «Διότι φέρουν μεταλλικά στοιχεία στην ταινία αυθεντικότητας», ήρθε η απάντηση. «Είχα και κάτι λίρες, αλλά ευτυχώς της έδωσα στον γιο μου», πρόσθεσε η Μαρία. «Μπράβο σας! Πού μένει ο γιος σας;». Εδωσε λεπτομερή διεύθυνση. Η γυναίκα είχε και άλλες απορίες. Ομως ο άνδρας την έκοψε αυστηρά. «Σας παρακαλώ, κυρία μου. Είμαστε στο ρολόι της παροχής σας. Σταματήστε να μιλάτε και αφήστε μας να κάνουμε τη δουλειά μας».
Συγκέντρωσε τα κοσμήματά της. Και 500 ευρώ σε μετρητά. Τα τοποθέτησε στο αλουμινόχαρτο. Τα τύλιξε καλά και τα έκλεισε μέσα σε μία σακούλα. Ηταν έτοιμη. «Τώρα θέλω να ανοίξετε τα παράθυρα και την πόρτα του διαμερίσματος, για να γίνει ρεύμα. Εσείς κλειστείτε στο υπνοδωμάτιο μέχρι να σας ειδοποιήσουμε». Υπάκουσε. Μία γειτόνισσα, από το διπλανό διαμέρισμα, είδε την πόρτα ανοιχτή και δύο άνδρες να στέκονται στην πόρτα της πολυκατοικίας.
Υπέθεσε ότι η Μαρία παραλάμβανε άλλο ένα δέμα. Η ώρα περνούσε και η Μαρία παρέμενε κλεισμένη, μαζί με την αγωνία της, στο υπνοδωμάτιο. Βαρέθηκε. Βγήκε στο σαλόνι. Η σακούλα με τα λεφτά και τα κοσμήματα έλειπε. Της πήραν και τα τηλεκοντρόλ. Η πόρτα του διαμερίσματος ήταν ορθάνοιχτη· σαν το στόμα της Μαρίας που έσπευσε να τηλεφωνήσει στον γιο της. Ηρθε η Αστυνομία. Ο αξιωματικός εντυπωσιάστηκε. Οχι από την απάτη, αλλά επειδή οι πονηροί πήραν και τα τηλεκοντρόλ· αυτό δεν το είχε ξαναδεί. Μετέφεραν τη Μαρία στο Τμήμα για κατάθεση. Τη μάλωσαν που απαντούσε σε κλήσεις από άγνωστους αριθμούς. Θα μπορούσε, τουλάχιστον, να τους δώσει αναλυτική περιγραφή των κοσμημάτων; Δεν ήταν σίγουρη. Εχει χαρίσει κάποια στη νύφη της, αλλά δεν θυμάται ποια…
Που λέτε κάποτε οι πονηροί, τα ποντικάκια κι οι αρουραίοι της απάτης, στόχευαν στους αφελείς. Τώρα επιτίθενται στους ευάλωτους. Σε ηλικιωμένους, σε ασθενείς, σε ανθρώπους που έχουν διασχίσει το κατώφλι της άνοιας. Είναι, περίπου, σαν να κλέβεις από έναν ετοιμοθάνατο την τελευταία του ανάσα. Οχι επειδή τους παίρνουν τα λεφτά και τα κοσμήματα. Αλλά επειδή τους στερούν την αξιοπρέπεια. Τους καταρρακώνουν. Τα θύματα αισθάνονται απαξίωση για τον ίδιο τους τον εαυτό. Μεταφράζουν την αδυναμία τους σε ενοχή. Πληγώνονται. Και καταλαβαίνουν ότι μπορεί να περπάτησαν για δεκαετίες σε αυτόν τον κόσμο, αλλά να που δεν τον έμαθαν ποτέ.








