Παλιότερα οι συντηρητικότεροι των τεχνικών της εξουσίας το προσπερνούσαν ως ένα φαινόμενο που περιελάμβανε, κατά κύριο λόγο, αν όχι αποκλειστικά, τους ξεχασμένους του περιθωρίου που άφηναν αδιάφορους τους πρωταγωνιστές του πολιτικού ανταγωνισμού. Αργότερα το υποτίμησαν ως ένα φαινόμενο που θεωρούσαν ότι περιοριζόταν στον χώρο των απολιτικών των νεότερων ηλικιών.
Στις ημέρες μας, ωστόσο, το φαινόμενο της αποχής γενικεύεται, αντανακλώντας όσο κανένα άλλο την κρίση αντιπροσωπευτικότητας της σύγχρονης φιλελεύθερης δημοκρατίας, ενώ εξελίσσεται σε κατεξοχήν παράγοντα πολλαπλασιασμού της απροσδιοριστίας των εκλογικών αναμετρήσεων, των πολιτικών υπολογισμών και των επιστημονικών προβλέψεων που στοιχειώνει τους στρατηγικούς σχεδιασμούς των κομματικών επιτελείων – του παρ’ ημίν κυβερνώντος κόμματος μη εξαιρουμένου.
Το τελευταίο φάνηκε αρχικά να πιστεύει ότι η αποχή ήταν πρόβλημα μόνο για τους αντιπάλους του, ξεχνώντας γρήγορα την πολύ νωπή όσο και διδακτική εμπειρία των τελευταίων δημοτικών εκλογών στην Αθήνα, όταν η αποχή παραδοσιακών ψηφοφόρων της ΝΔ έδωσε την ευκαιρία και τη χαρά στην αντιπολίτευση να πανηγυρίσει στο πρόσωπο του Χάρη Δούκα μια απρόσμενη νίκη, και μάλιστα μέσα σε ένα από τα ιστορικότερα προπύργια της συντηρητικής παράταξης.
Κάτι ανάλογο είχε συμβεί και στις εκλογές του 2015, όταν ορισμένοι, καθόλου λίγοι μάλιστα, πιστοί μέχρι τότε ψηφοφόροι της ΝΔ αποφάσισαν να εκδικηθούν την επιβολή του ΕΝΦΙΑ απέχοντας από τις εκλογές ή κάνοντας κάτι που άλλοτε θα τους φαινόταν απλώς αδιανόητο: στράφηκαν προς την Αριστερά ψηφίζοντας ανοιχτά υπέρ του ΣΥΡΙΖΑ του χαρισματικού Αλέξη Τσίπρα.
Πλανώμενος ως φάντασμα πάνω από την κυβερνώσα παράταξη και τις φθίνουσες προσδοκίες της για μια νέα αυτοδύναμη πλειοψηφία, ο εφιάλτης εκείνων των εμπειριών μοιάζει να αφυπνίζει σήμερα με καθυστέρηση τα κυβερνητικά στελέχη που μέχρι πρότινος εφησύχαζαν με τη βεβαιότητα ότι τόσο τα σκάνδαλα τύπου ΟΠΕΚΕΠΕ όσο και εκείνα των παρακολουθήσεων που παραβίασαν κατάφωρα τις αρχές του κράτους δικαίου θα άφηναν τελικά αδιάφορη την κοινή γνώμη και αδιατάρακτους τους δυσμενείς για τα κόμματα της αντιπολίτευσης δημοσκοπικούς συσχετισμούς.
Με την ίδια, αν όχι μεγαλύτερη, καθυστέρηση άρχισαν να αντιλαμβάνονται και την επικινδυνότητα που ενείχε η επιλογή τους να πολώνουν τον πολιτικό ανταγωνισμό σε σημείο που να μεγιστοποιεί τη συσπείρωση των σκληρών εκλογικών πυρήνων, αλλά να κρατά μακριά από τις κάλπες τους πιο μετριοπαθείς και πολιτικά αποστασιοποιημένους πολίτες. Μετατρέποντας την εκλογική αναμέτρηση σε μια αναμέτρηση σκληρών κομματικών πυρήνων, ήταν προφανές πως oι επιτελείς της κυβερνώσας παράταξης προσδοκούσαν με το δίκιο τους ότι με αυτόν τον τρόπο η ΝΔ θα διατηρούσε αλώβητο το αριθμητικό πλεονέκτημα που διαθέτει απέναντι στις δυνάμεις μιας κατακερματισμένης αντιπολίτευσης.
Ο υπολογισμός τους είναι απλός. Σε μια εποχή που γίνεται φανερό ότι η αποχή συνιστά στην πραγματικότητα μια νέα και ίσως πιο επιθετική μορφή αποδοκιμασίας, αν όχι απονομιμοποίησης, του υφιστάμενου πολιτικού συστήματος και των πρωταγωνιστών του, η μείωση των ποσοστών συμμετοχής των πολιτών στις εκλογικές διαδικασίες αυξάνει ενδεχομένως τις πιθανότητες να αναπροσανατολιστούν έστω και την τελευταία στιγμή τα ρεύματα της εντεινόμενης κοινωνικής διαμαρτυρίας προς την κατεύθυνση των αντισυστημικών κομμάτων. Εξού και ανέβασαν τους τόνους περί τοξικότητας της κριτικής που ασκεί η αντιπολίτευση σε μια προσπάθεια επαναπροσέγγισης με τους κεντρώους ψηφοφόρους.
Παρά ταύτα, δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι είναι πολλοί αυτοί που μεταξύ Μητσοτάκη και χάους έχουν δηλώσει ότι θα προτιμήσουν το χάος. Είναι, άλλωστε, μάλλον απίθανο να μπουν όλοι αυτοί στο δίλημμα της διακυβέρνησής τους. Οχι πάντως πριν καταστεί αναγκαία μια δεύτερη εκλογική αναμέτρηση. Μέχρι τότε πολλά μπορεί να αλλάξουν στις διαθέσεις των πολιτών, στις δυναμικές των κομμάτων και στη διάθεση του εκλογικού σώματος για εκπλήξεις.
Ο Γιώργος Σεφερτζής είναι πολιτικός επιστήμονας – αναλυτής








