«Το Πεκίνο αναδεικνύεται ταχύτατα ως το επίκεντρο της διεθνούς διπλωματίας», σημειώνει ανάλυση που δημοσιεύτηκε χθες στους «Global Times» – την αγγλόφωνη «θυγατρική» της «Λαϊκής Ημερησίας», επίσημου οργάνου του ΚΚ Κίνας. Αφορμή αποτέλεσε η διήμερη παρουσία του Βλαντίμιρ Πούτιν στο Πεκίνο, η οποία ξεκινά σήμερα, προτού καν κοπάσει ο απόηχος από την παρουσία του Ντόναλντ Τραμπ στην κινεζική πρωτεύουσα και τις συνομιλίες του με τον Σι Τζινπίνγκ.

«Είναι εξαιρετικά σπάνιο στη μετά τον Ψυχρό Πόλεμο εποχή να φιλοξενεί μια χώρα τους ηγέτες των ΗΠΑ και της Ρωσίας τον έναν αμέσως μετά τον άλλον, εντός μιας εβδομάδας», επισημαίνει η ίδια ανάλυση. «Η εξέλιξη αυτή σημειώνεται εν μέσω της συνεχούς ροής ξένων ηγετών στην Κίνα τους τελευταίους μήνες, συμπεριλαμβανομένων εκείνων των μόνιμων μελών του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ. Ο γάλλος πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν ήρθε τον Δεκέμβριο του 2025, ο βρετανός πρωθυπουργός Κιρ Στάρμερ, τον Ιανουάριο του 2026», συνεχίζει – παραλείποντας, μάλιστα, την επίσκεψη του Φρίντριχ Μερτς, τον Φεβρουάριο (προφανώς επειδή η Γερμανία δεν είναι μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας).

«Είναι κάτι που υπογραμμίζει τόσο το εντατικό ημερολόγιο των διπλωματικών δραστηριοτήτων της Κίνας όσο και τη διευρυνόμενη επιρροή της στη διεθνή σκηνή», συμπεραίνει η ανάλυση, υιοθετώντας έναν εμφανώς αυτάρεσκο τόνο. Δικαιολογημένα, είναι αλήθεια, μια και ο Σι Τζινπίνγκ και η χώρα του έχουν κατορθώσει να εμφανίζονται ως δύναμη ειρήνης και σταθερότητας σε έναν κόσμο ο οποίος μοιάζει να είναι κυκλωμένος από πολέμους και πολεμικές απειλές, με πρωταγωνιστές – για την ώρα τουλάχιστον – τον Τραμπ και τον Πούτιν.

Ισορροπία με προτιμήσεις

Δεν είναι τυχαίο ότι το Πεκίνο, αν και δεν έχει κρύψει τις… προτιμήσεις του – στο μέτωπο της Ουκρανίας κλίνει σαφώς και εξαρχής υπέρ της Ρωσίας, ενώ σε εκείνο της Μέσης Ανατολής υπέρ του Ιράν – έχει αποφύγει επιμελώς να εκτεθεί και να εμπλακεί επισήμως. Αντιθέτως, εμφανίζεται με κάθε ευκαιρία ως υπέρμαχος της ειρήνης και ως φερέγγυος διαμεσολαβητής στο «παζάρι» που διεξάγεται (δεν είναι κρυφό ότι βρίσκεται πίσω από το Πακιστάν, που διακινεί τις προτάσεις ανάμεσα σε Ουάσιγκτον και Τεχεράνη). Αυτή δε η εικόνα, έρχεται να συνδυαστεί και με τη στάση που έχει τηρήσει υπέρ του ελεύθερου εμπορίου και κατά των δασμών.

Ετσι, σε μια εποχή ταραγμένη και βίαιη, η Κίνα έχει καταφέρει να μετατραπεί σε σημείο αναφοράς για πολλούς, δυνατούς και αδύναμους και να ενισχύσει σημαντικά το πολιτικό και ηθικό της κεφάλαιο. Οταν δε αυτά προστεθούν στην αναμφισβήτητη οικονομική ισχύ που διαθέτει, αλλά και τη συστηματική προσπάθεια που καταβάλλει προκειμένου να αποκτήσει ένοπλες δυνάμεις αντάξιες των φιλοδοξιών της, τότε το συμπέρασμα είναι περίπου αυτονόητο: η ανερχόμενη υπερδύναμη επιταχύνει το βήμα της προς την κορυφή, έχοντας μάλιστα και τη βοήθεια του μεγαλύτερου αντιπάλου της.

Ολα αυτά, βεβαίως, δεν σημαίνουν ότι οι στόχοι που είχαν θέσει Τραμπ και Πούτιν ενόψει της επίσκεψής τους στο Πεκίνο ήταν ταυτόσημοι. Τουναντίον. Ο πρώτος, άλλωστε, εξακολουθεί να βρίσκεται σε θέση ισχύος σε όλα σχεδόν τα επίπεδα και επιδίωξε να την κατοχυρώσει ή, έστω, να μην τη διακινδυνεύσει άμεσα με τις συμφωνίες που υπέγραψε και τους όρους που έθεσε στον Σι.

Ο δεύτερος, από την άλλη, γνωρίζει ότι παρά τις φιλοφρονήσεις και τις δεσμεύσεις που κατά καιρούς έχουν ανταλλάξει με τον ομόλογό του, αποτελεί τον αδύναμο πόλο στον «αντιδυτικό άξονα», στον οποίο η Κίνα έχει πλέον τον πρώτο λόγο (σε αντίθεση με το 1996 και το 2001, όταν υπογράφηκαν οι συμφωνίες που έθεσαν τη βάση για τη συγκρότησή του).

«Γραμμή ζωής» στο Κρεμλίνο

Τα στοιχεία αποδεικνύουν του λόγου το αληθές: Η στήριξη – κυρίως οικονομική, αλλά όχι μόνο – την οποία έχει προσφέρει το Πεκίνο στη Μόσχα μετά την εισβολή στην Ουκρανία είναι αυτή που κρατά «ζωντανό» τον Πούτιν, δίνοντάς του τη δυνατότητα να συντηρεί τόσο την πολεμική του μηχανή όσο και τις συμμαχίες του με την ολιγαρχία και σημαντική μερίδα της ρωσικής κοινωνίας. Χωρίς αυτή, τα πράγματα πιθανότατα θα ήταν πολύ πιο διαφορετικά και η απειλή που μοιάζει να αισθάνεται το αφεντικό του Κρεμλίνου θα ήταν πολύ πιο μεγάλη, ενώ θα είχε εκδηλωθεί πολύ νωρίτερα.

Πράγματι, σύμφωνα με στοιχεία που επικαλείται ρεπορτάζ στην «Guardian», από την εισβολή της 24ης Φεβρουαρίου 2022 μέχρι σήμερα, η Κίνα έχει βάλει στα ταμεία του Κρεμλίνου πάνω από 367 δισ. δολάρια, ως αντίτιμο για την προμήθεια ρωσικού πετρελαίου και φυσικού αερίου.

Παράλληλα, καλύπτει σε μεγάλο βαθμό το κενό που έχουν προκαλέσει οι κυρώσεις της Δύσης σε προϊόντα υψηλής τεχνολογίας, ενώ έχει υψώσει τείχος προστασίας σε όλα τα διεθνή φόρα, αποτρέποντας την απομόνωση της Ρωσίας και του προέδρου της.

Με το αζημίωτο, φυσικά: η Ρωσία διαθέτει τους υδρογονάνθρακές της στην Κίνα σε τιμή ευκαιρίας, δηλαδή με μεγάλο «σκόντο», της εγγυάται στρατιωτική στήριξη στην «καυτή» περιοχή του Ειρηνικού, στην περίπτωση που εκδηλωθεί κρίση ή ακόμη και πόλεμος, ενώ της προσφέρει και πυρηνική αποτροπή, τουλάχιστον μέχρι τη στιγμή που το Πεκίνο αποκτήσει αριθμό κεφαλών ικανό να «τρομάξουν» τις ΗΠΑ.

Το σίγουρο, σε κάθε περίπτωση, είναι ότι Τραμπ και Πούτιν έχουν, ο καθένας για τους δικούς του λόγους, ανάγκη τον Σι. Κι αυτός έχει κάθε δικαίωμα να είναι ικανοποιημένος, έναν χρόνο πριν ολοκληρώσει την τρίτη του θητεία στο τιμόνι της Κίνας.

ΣΧΟΛΙΑ
ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
0 /50
0 /2000
YouTube thumbnail