Στις 15 Μαΐου του 1919 ο Ελληνικός Στρατός αποβιβάζεται στη Σμύρνη σηματοδοτώντας την έναρξη της Μικρασιατικής Εκστρατείας. Ενα από τα πιο δραματικά κεφάλαια της ελληνικής ιστορίας έχει μόλις ανοίξει. Ανάμεσα στις χιλιάδες ανθρώπινες ιστορίες που εκτυλίχτηκαν μέσα στη δίνη των γεγονότων, μια ξεχασμένη μορφή, με μια ζωή σχεδόν μυθιστορηματική, ξεχωρίζει. Είναι ο Αλή Σαμή Μπέης.
Ενας άνθρωπος που υπηρέτησε στην αυλή του σουλτάνου ως αρχιφωτογράφος του και υπασπιστής του, που αυτοεξορίστηκε στην Ελλάδα λόγω των πολιτικών του πεποιθήσεων, πολέμησε στο πλευρό του Ελληνικού Στρατού, καταδικάστηκε ερήμην σε θάνατο από το κεμαλικό καθεστώς, κατέφυγε στη Θεσσαλονίκη και τελικά αφιέρωσε τη ζωή του καταγράφοντας με τον φωτογραφικό του φακό την Ελλάδα του Μεσοπολέμου.

Η ιστορία του αναδύεται μέσα από αρχειακά τεκμήρια, δημοσιεύματα της εποχής, προσωπικές μαρτυρίες και δεκάδες φωτογραφίες που σώζονται ακόμη σε δημόσιες συλλογές και ιδιωτικά αρχεία.
Ο Αλή Σαμή Βέης (Μπέης) γεννήθηκε στην Οθωμανική Αυτοκρατορία γύρω στο 1870 – κατά ορισμένες πηγές το 1866 – και το 1892 αποφοίτησε από την Αυτοκρατορική Ακαδημία Ναυτικού με τον βαθμό του ανθυποπλοιάρχου του μηχανικού. Η πραγματική του κλίση, όμως, κρυβόταν στη φωτογραφία, μια τέχνη που εκείνη την εποχή βρισκόταν ακόμη στα πρώτα της βήματα. Πολύ γρήγορα αρχίζει να ξεχωρίζει για το ταλέντο και την τεχνική του, γεγονός που προσελκύει το ενδιαφέρον του σουλτάνου Αμπντούλ Χαμίτ Β’, ο οποίος ήταν λάτρης της φωτογραφίας. Ο σουλτάνος τον ξεχωρίζει και του προσφέρει την εύνοιά του απονέμοντάς του τον τίτλο του «Αρχιφωτογράφου της Αυλής και Ακολούθου της Αυτού Μεγαλειότητος του Σουλτάνου». Ο Αλή Σαμή Μπέης καταγράφει με τον φακό του την Οθωμανική Αυτοκρατορία, που την εποχή εκείνη βιώνει ένα μεταβατικό στάδιο, και δημιουργεί φωτογραφίες που δεν έχουν απλώς καλλιτεχνική αξία αλλά αποκτούν πολιτικό και κοινωνικό ρόλο στα τεκταινόμενα.
Η εξορία
Οταν, το 1908, συντελείται η επανάσταση των Νεοτούρκων, τα πάντα στην αυτοκρατορική αυλή αλλάζουν. Μετά την επιχείρηση αντεπανάστασης από δυνάμεις προσκείμενες στον θρόνο, ο στρατός των Νεοτούρκων επιτίθεται, καταλαμβάνει την Κωνσταντινούπολη, καθαιρεί τον σουλτάνο και τον εξορίζει στη Θεσσαλονίκη.

Ο Αλή Σαμή Μπέης αποφασίζει να τον ακολουθήσει. Η επιλογή αυτή θα καθορίσει τη μετέπειτα ζωή του. Η Θεσσαλονίκη, μια πολυπολιτισμική πόλη των αρχών του 20ού αιώνα, γίνεται το νέο του καταφύγιο. Εκεί θα εργαστεί ως φωτογράφος, ενώ παράλληλα εκδίδει διάφορες εφημερίδες. Σύμφωνα με μαρτυρίες, το 1909 κυκλοφορεί την εφημερίδα «Hak» – που σημαίνει «Το Σωστό» ή «Η Αλήθεια» στα αραβικά –, ενώ το 1916 εκδίδει στη γαλλική γλώσσα την εφημερίδα «Le Droit», δηλαδή «Ο Νόμος».
Η ζωή του θα λάβει, όμως, ξανά απρόβλεπτη τροπή όταν ξεκινά η Μικρασιατική Εκστρατεία. Εμφορούμενος από βαθιά αντικεμαλικά αισθήματα, εγκαταλείπει την Ελλάδα και πηγαίνει στη Μικρά Ασία για να καταταγεί στον Ελληνικό Στρατό. Αναλαμβάνει εμπιστευτικά καθήκοντα επιτελείου και φέρεται να λαμβάνει τον βαθμό του συνταγματάρχη, ενώ παράλληλα οργανώνει μια μυστική αντιστασιακή ομάδα κατά του Κεμάλ. Στη Μικρά Ασία εκδίδει, επίσης, την εφημερίδα «Adalet» («Δικαιοσύνη»). Είχε πλέον διαλέξει οριστικά στρατόπεδο.
Εχθρός του Κεμάλ
Οταν το Μέτωπο καταρρέει, ο Αλή Σαμή Μπέης θα βρεθεί στο στόχαστρο του κεμαλικού καθεστώτος. Το όνομά του συμπεριλαμβάνεται στη διαβόητη λίστα των 150 ανεπιθύμητων προσώπων της Τουρκίας και καταδικάζεται ερήμην σε θάνατο ως εχθρός του κράτους και του Κεμάλ. Από εκείνη τη στιγμή η επιστροφή στην πατρίδα του καθίσταται ουσιαστικά αδύνατη.

Μέσα στις καταιγιστικές εξελίξεις, ο Αλή Σαμή Μπέης πηγαίνει και πάλι στη Θεσσαλονίκη, όπου ανοίγει φωτογραφείο επί της οδού Ρακτιβάν 4, πίσω από το Διοικητήριο της πόλης. Το κατάστημά του γίνεται γρήγορα γνωστό όχι μόνο για τις υπηρεσίες που παρέχει, αλλά και για τη χαρακτηριστική βιτρίνα του, στην οποία, σύμφωνα με κάποιες αναφορές, υπήρχε η εντυπωσιακή φωτογραφία ενός δερβίση με μια βελόνα περασμένη στα μάγουλά του. Και ο ίδιος αποκτά το παρατσούκλι Bahriyeli, δηλαδή Ναύτης. Λίγα χρόνια αργότερα, το 1924, προχωρεί στην έκδοση της εφημερίδας «Δίκαιον: Ελληνική Δημοκρατική Εφημερίς, Οργανο των Προσφύγων», η οποία αποκτά παρουσία και σε άλλες πόλεις της Βόρειας Ελλάδας, όπως οι Σέρρες, η Δράμα, η Καβάλα και η Ξάνθη.
Η επιστολή στον Βενιζέλο
Από την εποχή εκείνη σώζεται και ένα σημαντικό τεκμήριο, μια ιδιαίτερη επιστολή του Σαμή Μπέη προς τον Ελευθέριο Βενιζέλο, με ημερομηνία Σεπτέμβριος του 1922, στην οποία περιγράφει τους διωγμούς που υφίστανται οι αντικεμαλικοί μουσουλμάνοι και ζητεί τη στήριξη των ευρωπαϊκών δυνάμεων. Το κείμενό του, γραμμένο με συναισθηματική φόρτιση, αποτυπώνει το κλίμα της εποχής αλλά και τη βαθιά πολιτική του στράτευση.
Η επιστολή φυλάσσεται στο Εθνικό Ιδρυμα Ερευνών και Μελετών «Ελευθέριος Κ. Βενιζέλος» και σε αυτή μεταξύ άλλων αναφέρει πως περίπου 1 εκατ. μουσουλμάνοι στην Τουρκία και στις αραβικές χώρες «ουδέποτε θέλουσι υποκύψει εις κεμαλικό συρφετό διακηρυχθέντα εις υφηλίου μουσουλμανισμό λησταντάρτη και φονέα άοπλων γυναικόπαιδων» και καταλήγει ζητώντας από τον Ελευθέριο Βενιζέλο, ο οποίος βρίσκεται την περίοδο εκείνη στο Παρίσι, να υπενθυμίσει στις ευρωπαϊκές δυνάμεις την «αμετάτρεπτον απόφασίν» τους να μην υποταχθούν «στον κεμαλικό ζυγό» και ταυτόχρονα να τους μεταφέρει την έκκλησή τους «προς λήψιν υπόψη σοβαρά φιλανθρώπως».
Τα επόμενα χρόνια ο Αλή Σαμή Μπέης, ο φιλέλληνας «πρώην υπασπιστής του σουλτάνου», όπως υπέγραφε ακόμη και 20 χρόνια μετά την καθαίρεση του Αμπντούλ Χαμίτ, αρχίζει να ταξιδεύει αδιάκοπα στην Ελλάδα. Φορώντας πάντα τη φθαρμένη στρατιωτική στολή του, γεμάτη παράσημα, περιπλανιέται από πόλη σε πόλη, φωτογραφίζοντας πρόσωπα, τοπία, λιμάνια, χωριά, μνημεία και σκηνές της καθημερινής ζωής. Οι εικόνες του αποτελούν σήμερα πολύτιμα ιστορικά ντοκουμέντα μιας Ελλάδας που άλλαζε ραγδαία.
Ανάμεσα στα σημαντικότερα έργα του συγκαταλέγονται οι φωτογραφίες που τράβηξε στο Αγιον Ορος την περίοδο 1925-1927. Με τον φωτογραφικό του φακό καταγράφει μοναστήρια, μοναχούς, λιτανείες, πανήγυρεις και στιγμές της μοναστικής ζωής με μοναδική λεπτομέρεια, εικόνες που αποτελούν σήμερα, έναν αιώνα μετά, σπάνιες μαρτυρίες ενός κόσμου που έχει χαθεί ανεπιστρεπτί.

Στη Μεσσηνία
Από το Αγιον Ορος, ο Αλή Σαμή Μπέης θα συνεχίσει το ταξίδι του και θα βρεθεί στη Μεσσηνία. Τραβά φωτογραφίες, τις αρχειοθετεί σε άλμπουμ – πολλά από τα οποία σώζονται αυτούσια – και τις πουλά για να ζήσει. Το 1932 εγκαθίσταται στην Καλαμάτα, όπου ανοίγει φωτογραφείο στην οδό Αριστομένους, ενώ φωτογραφικό εργαστήριο ανοίγει και στους Γαργαλιάνους.
Τα τεκμήρια που φυλάσσονται στο Τμήμα Μεσσηνίας των Γενικών Αρχείων του Κράτους μαρτυρούν το πέρασμά του από την περιοχή και διασώζουν μοναδικές εικόνες από τη Μεθώνη, την Πύλο και την Τριφυλία, αποτυπωμένες μέσα από τον φακό του. Θα παραμείνει στη Μεσσηνία ως το 1933 και λίγα χρόνια αργότερα, το 1937, τα ίχνη του εντοπίζονται στη Χίο, όπου διατηρεί φωτογραφείο στο Θολό Ποτάμι. Από εκεί σώζονται πολλές φωτογραφικές λήψεις, που συνιστούν ένα ακόμη κομμάτι του πολύτιμου έργου του.

Πάντα με τη φωτογραφική μηχανή στο χέρι, θα ταξιδέψει αργότερα στη Σάμο, ενώ σύμφωνα με μαρτυρίες στη συνέχεια ανοίγει φωτογραφείο στο Μαργαρίτι της Ηπείρου. Λίγο αργότερα, γύρω στο 1938, τα ίχνη του χάνονται οριστικά. Κανείς δεν γνωρίζει αν ο άνθρωπος που αγάπησε την Ελλάδα και κατέγραψε με τον φακό του εικόνες μιας ολόκληρης εποχής πέθανε ή αν επέστρεψε κάποια στιγμή στην Τουρκία. Η ζωή του μοιάζει να χάνεται μέσα στην ίδια τη σιωπή των φωτογραφιών του – ένα περιπετειώδες πέρασμα από τον κόσμο με άγνωστο τέλος.







