Ζούμε στη χώρα όπου η άγνοια είναι επιτελικό δόγμα. Ακούγοντας τον επικεφαλής της ΑΑΔΕ, κ. Γιώργο Πιτσιλή, να τοποθετείται δημοσίως για το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ και την απρόσκοπτη παραμονή δεκάδων ελεγχόμενων στελεχών στις θέσεις τους, αναρωτιέται κανείς αν η Διοίκηση κατοικεί σε κάποιο παράλληλο σύμπαν. Ενα σύμπαν, πλήρως αποκομμένο από την τρέχουσα ειδησεογραφία, τις διαδικασίες της Βουλής και τις κινήσεις της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας. Η απάντηση στο ερώτημα γιατί 8 διευθυντές και 18 τμηματάρχες, που ελέγχονται στη δυσώδη αυτή υπόθεση, παραμένουν ακλόνητοι χωρίς κανέναν πειθαρχικό έλεγχο ήταν μνημειώδης: «Δεν τους ξέρουμε. Εάν τους γνωρίζετε, να μας πείτε».
Μάλιστα. Η Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων αγνοεί ονόματα που έχουν κατατεθεί στην Εξεταστική Επιτροπή της Βουλής, στη δικογραφία και έχουν γίνει φέιγ βολάν στο πανελλήνιο, ενώ ο διοικητής αναμένει παθητικά την απάντηση της ποινικής δικαιοσύνης, γιατί «είναι πιο σημαντικό το ποινικό από το πειθαρχικό».
Πρόκειται για έναν εξαιρετικά βολικό νομικισμό που διαγράφει μονοκοντυλιά την αυτοτέλεια του πειθαρχικού δικαίου. Στην Ελλάδα – το ξέρουμε καλά – αν περιμένεις τις τελεσίδικες αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων για να ελέγξεις διοικητικά το «σπίτι» σου, πρακτικά εξασφαλίζεις στους ελεγχόμενους μια μακροχρόνια, ανέφελη θητεία. Αλλά το εξοργιστικό στην όλη υπόθεση δεν είναι καν αυτό.
Στην περίπτωση της Παρασκευής Τυχεροπούλου, η οποία αποκάλυψε το σκάνδαλο, η ΑΑΔΕ ανέχτηκε την εκδικητική της καθαίρεση με συνοπτικές διαδικασίες, δίχως να υπάρχει απολύτως καμία πειθαρχική ή ποινική καταδίκη. Και παρότι η Δικαιοσύνη τη δικαίωσε, διατάσσοντας την υπηρεσία να την εντάξει ξανά στο οργανόγραμμα, η απάντηση που δόθηκε ήταν ότι «δεν υπάρχει πια η θέση». Δεν υπάρχει Διεύθυνση Εσωτερικών Ελέγχων, δηλαδή. Ενώ, επίσης, ακούσαμε ότι «η συγκεκριμένη υπάλληλος, συνδράμει την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία με τη δική μας αρωγή».
Αλλά όταν φτάνουμε στα στελέχη που ερευνά η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία «με τη δική μας αρωγή», η διοίκηση παθαίνει ξαφνικά οξεία αγκύλωση.
Κι η εικόνα που εκπέμπεται είναι διπλά απογοητευτική. Οχι μόνο για τη διοικητική υπεκφυγή, αλλά επειδή βλέπουμε ότι οι θεσμικές εγγυήσεις χρησιμοποιούνται κομμένες και ραμμένες κατά το δοκούν. Οταν η απάντηση του κρατικού μηχανισμού απέναντι στη βαριά σκιά της διαφθοράς συμπυκνώνεται στο «δεν ξέρω, ας αποφασίσουν τα δικαστήρια σε καμιά δεκαετία», χρειάζεται να αναλύσουμε τι μήνυμα στέλνει στους πολίτες;







