Η κόρη μου προετοιμάζεται για τις προαγωγικές της πρώτης Λυκείου. Το δωμάτιό της ένα χάος από βιβλία, τετράδια, χαρτάκια με sos κολλημένα στον τοίχο. Ενώ λείπει στο σχολείο, μπαίνω να δανειστώ τον φορτιστή της, ο δικός μου έχει χαλάσει. Σηκώνω μια σελίδα. Πυκνογραμμένη με εξισώσεις – δευτέρου; τρίτου βαθμού; – παρενθέσεις, αγκύλες, τετραγωνικές ρίζες… Δεν καταλαβαίνω γρι.
Σάμπως καταλάβαινα στην ηλικία της; Από το γυμνάσιο είχα χάσει επαφή με τα πρακτικά μαθήματα. Και όσο η ύλη βάθαινε, τόσο εγώ αποξενωνόμουν. Σε διαγώνισμα Χημείας, το 1981, ο φίλος στο αποπίσω μου θρανίο, μου πάσαρε μια γόμα. Πάνω της είχε σημειώσει με μικροσκοπικά γράμματα τις λύσεις. Τις κλεφτοκοίταξα σαν χάχας και τις αντέγραψα μηχανικά στην κόλλα μου. Μονάχα που τα μπέρδεψα: σε άλλη άσκηση έγραψα άλλη λύση. Ούτε με σκονάκι δεν κατάφερα να πάρω καλό βαθμό. Πιστεύω ότι εάν οι καθηγητές δεν έδειχναν απέναντί μου τέτοια επιείκεια – θες επειδή είχα χάσει τον πατέρα μου; Θες επειδή στα θεωρητικά θριάμβευα; –, θα έμενα κάθε χρόνο μετεξεταστέος.
«Μελέτησα δυο ώρες Αλγεβρα, σε λίγο ξεκινάω Αρχαία. Θα μου κρατήσεις το βιβλίο, να σου πω τις μεταφράσεις;» μου ζητάει ενώ φτιάχνει φρουτοσαλάτα. Μικρότερη έτρωγε παγωτά, τώρα τα έχει κόψει, άχρηστες γαρ θερμίδες.
Τα αγόρια ρέπουν πάντα προς το χύμα. Χλαπακιάζουν σουβλάκια, φοράνε επί τρεις μέρες την ίδια μπλούζα – αντί να κάνουν μπάνιο, ραντίζονται με κολόνιες. Χάνουν το χαρτζιλίκι τους στοιχηματίζοντας στο Διαδίκτυο. Τα κορίτσια ξυπνούν από τις έξι για να φτιάξουν τα μαλλιά τους, έχουν διαλέξει αποβραδίς προσεκτικά τα ρούχα τους, δανείζονται η μία από την άλλη για να κάνουν συνδυασμούς, είναι κοκέτες κι ας το παίζουν ατημέλητες. Καλά κάνουν. Αν δεν αντιλαμβάνονταν το σχολείο σαν σκηνικό μιας ταινίας με πρωταγωνίστριες τις ίδιες, δεν θα το άντεχαν ούτε μισή μέρα. «Κυκλοφορούν ξεβράκωτες!» εξανίστανται κάτι γεροξούρες και ζητούν από το υπουργείο Παιδείας να επιβάλει ευπρεπές ντύσιμο, να επαναφέρει – γιατί όχι; – τις ποδιές. «Εγινε η θάλασσα γιαούρτι» εννοούν «κι εμείς δεν έχουμε κουτάλια…».
Μαθητές. Οι σκληρότερα εργαζόμενοι Ελληνες. Τους τρέχουν από νήπια σχεδόν σε ξένες γλώσσες, μπαλέτα, αθλήματα. Οι απαιτήσεις ολοένα μεγαλώνουν. Στο λύκειο πλέον γιγαντώνονται, εις βάρος της διασκέδασης, του ελεύθερου χρόνου, του ύπνου τους ακόμα – ακόμα. Οι απαιτήσεις τίνος; Της πολιτείας, η οποία υποχρεούται από το Σύνταγμα να παρέχει καλή παιδεία και αποτυγχάνει εκκωφαντικά; Η ύπαρξη και μόνο τόσων φροντιστηρίων το αποδεικνύει. Των γονιών που αντιμετωπίζουν τους καρπούς τους σαν επενδύσεις που οφείλουν να καρποφορήσουν, προβάλλουν επάνω τους δικές τους ανεκπλήρωτες φιλοδοξίες; Εχετε ακούσει κάτι νοσηρότερο από τον πρώτο πληθυντικό πολλών μαμάδων; «Στη Βιολογία σκίσαμε, στην Εκθεση μας αδίκησε ο καθηγητής»; «Μη ρουφάς τη ζωή του παιδιού σου!» μου έρχεται να της πω. «Βρες εν ανάγκη έναν εραστή…».
Κανονικά, αποφοιτώντας από το λύκειο, θα έπρεπε να δικαιούσαι ένα έτος ξενοιασιάς. Συχνά συμβαίνει σε κάποιες χώρες. Πριν συνεχίσει ο νέος άνθρωπος τις σπουδές του είτε πριν μπει στην αγορά εργασίας, ταξιδεύει στον κόσμο με ένα σακίδιο στον ώμο. Σε εμάς εδώ, στα πρώτα εξάμηνα της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης το ρίχνεις τελείως έξω. Το έριχνες, διορθώνω. Στον καιρό μου. Μαθαίνω ότι σήμερα οι φοιτητές είναι τόσο αγχωμένοι για το μέλλον τους, ώστε θεωρούν το «dolce far niente», τη γλυκιά αδράνεια, έγκλημα καθοσίωσης. Βιάζονται να ξεκινήσουν καριέρα. Ανταγωνίζονται μεταξύ τους σκληρότατα.
«Η οικονομική ανάγκη…» θα μου πείτε. Στη δεκαετία του 1980, υπενθυμίζω, δεν είχαμε περισσότερα λεφτά. «Δεν είχε η καθημερινότητα τέτοιες απαιτήσεις!» θα αντιτείνετε. Σωστά. Ετσι λοιπόν, ο χρόνος συμπιέζεται στο μη παρέκει. Και στα τριάντα πέντε σου πάσχεις από ανίατη υπερκόπωση.
«Αραξε, χαζολόγησε, δες μια ταινία, βγες μια βόλτα» εκλιπαρώ την κόρη μου. «Και μέτρια να τα πας στις εξετάσεις, δεν τρέχει κάστανο». Με κοιτάει συγκαταβατικά, ειρωνικά σχεδόν. «Για σένα, νομίζεις, μελετάω;». Η πατρική μου εξουσία έχει συντριβεί στον τοίχο του «αιέν αριστεύειν».






