Οι χώρες της Ευρωπαϊκής Ενωσης κατέληξαν σε συμφωνία για την ενίσχυση της καταπολέμησης της απάτης στον ΦΠΑ, επιχειρώντας να περιορίσουν τις απώλειες που φτάνουν τα 130 δισεκατομμύρια ευρώ ετησίως. Η απόφαση αυτή σηματοδοτεί μια σημαντική τομή στη διαχείριση των φορολογικών δεδομένων και στη συνεργασία των κρατών – μελών.

Στο επίκεντρο της συμφωνίας βρίσκεται η ενίσχυση της πρόσβασης σε κρίσιμες πληροφορίες από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία και την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης. Οι δύο αυτοί φορείς θα μπορούν πλέον να αξιοποιούν δεδομένα για τον ΦΠΑ που αφορούν διασυνοριακές συναλλαγές μεταξύ επιχειρήσεων, συμπεριλαμβανομένων στοιχείων από το δίκτυο Eurofisc, το οποίο λειτουργεί ως μηχανισμός έγκαιρης προειδοποίησης για ύποπτες φορολογικές δραστηριότητες.

Η πρωτοβουλία αυτή στοχεύει κυρίως στην αντιμετώπιση του λεγόμενου «καρουζέλ» απάτης, ενός από τα πιο διαδεδομένα σχήματα φοροδιαφυγής στην Ευρώπη. Στο συγκεκριμένο μοντέλο, επιχειρήσεις αγοράζουν αγαθά από άλλο κράτος – μέλος χωρίς ΦΠΑ και τα μεταπωλούν στη χώρα τους με τον φόρο ενσωματωμένο στην τιμή. Στη συνέχεια εξαφανίζονται χωρίς να αποδώσουν τον φόρο, αποκομίζοντας παράνομα κέρδη.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η συγκεκριμένη πρακτική κοστίζει κάθε χρόνο από 12,5 έως 32,8 δισεκατομμύρια ευρώ, με σημαντικό μέρος των δραστηριοτήτων να συνδέεται με οργανωμένα εγκληματικά δίκτυα. Η νέα πρόσβαση σε δεδομένα αναμένεται να επιταχύνει τις έρευνες, να βελτιώσει τον συντονισμό μεταξύ των κρατών και να ενισχύσει την ικανότητα εντοπισμού ύποπτων συναλλαγών.

Χαμένα έσοδα

Ο επίτροπος Φορολογίας Βόπκε Χούκστρα τόνισε ότι το νέο πλαίσιο μπορεί να επιτρέψει την ανάκτηση «σημαντικού μέρους» των χαμένων εσόδων, δηλαδή δισεκατομμυρίων ευρώ που σήμερα διαφεύγουν από τα δημόσια ταμεία. Παράλληλα, αναμένεται να δημιουργήσει πιο δίκαιους όρους ανταγωνισμού για τις νόμιμες επιχειρήσεις. Η συμφωνία αυτή εντάσσεται σε ένα ευρύτερο σχέδιο εκσυγχρονισμού της φορολογικής πολιτικής της Ευρώπης. Συμπληρώνει τη στρατηγική για τον ΦΠΑ στην ψηφιακή εποχή, η οποία προβλέπει ότι έως το 2030 όλες οι επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται διασυνοριακά θα δηλώνουν ψηφιακά τα στοιχεία των συναλλαγών τους σε πραγματικό χρόνο.

Το επόμενο βήμα είναι η ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, ώστε να οριστικοποιηθεί το νομοθετικό πλαίσιο και να τεθεί σε εφαρμογή. Εφόσον εγκριθεί, η νέα πολιτική αναμένεται να αλλάξει ριζικά τον τρόπο με τον οποίο η Ευρώπη αντιμετωπίζει τη φοροδιαφυγή, ενισχύοντας τη διαφάνεια και περιορίζοντας σημαντικά τον χώρο δράσης των παράνομων δικτύων.

ΣΧΟΛΙΑ
ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
0 /50
0 /2000