Η έλευση του γερμανού υπουργού Εξωτερικών Βάντεφουλ στην Αθήνα και οι εδώ θερμές επαφές του με τον ομόλογό του Γεραπετρίτη και τον Πρωθυπουργό Μητσοτάκη υπήρξαν κάπως αναπάντεχες. Στο διαρκώς μεταβαλλόμενο συγκρουσιακό περιβάλλον που διαμορφώνεται εδώ και καιρό, ουδέποτε φάνηκε διάθεση του Βερολίνου με ελάχιστο έστω σημάδι γνήσιου συμμαχικού ενδιαφέροντος για την Ελλάδα. Οποιος λοιπόν επιχειρήσει να ερμηνεύσει έτσι αυτή την όψιμη… αγάπη, θα παιδευτεί αδίκως. Γιατί; Επειδή απλούστατα δεν υφίσταται.
Κάτι όμως θα πρέπει να υπάρχει για να φέρει εδώ τον γερμανό υπουργό με τέτοιες διαθέσεις και μάλιστα σε τέτοια στιγμή. Δηλαδή την ώρα που η κυβέρνησή του ακονίζει τα μαχαίρια εναντίον και των δύο υπερδυνάμεων ταυτόχρονα, κάτι που όσο παρανοϊκό ακούγεται, άλλο τόσο, στην πραγματικότητα, είναι αποτέλεσμα πολιτικής στρατηγικής, η οποία μάλιστα χαράσσεται από τη Γερμανία όχι μόνον για την ίδια, μα και εντελώς αυθαίρετα δήθεν στο όνομα όλης της ΕΕ θέτοντάς τη μπροστά σε εξαιρετικά σοβαρούς κινδύνους.
Η κυβέρνηση λοιπόν δεν θα έπρεπε να βρει αυτή τη στιγμή τον χρόνο για αυτή την επίσκεψη – έπρεπε να έχει πάρα πολλές υποχρεώσεις για το επόμενο διάστημα, οι οποίες να μην επέτρεπαν την άμεση πραγματοποίησή της. Γιατί αυτός ο ψυχρός εναγκαλισμός, σημαίνει τα εξής και μόνον: αφενός, μερικά δισ. ευρώ σε λίαν αμφίβολης αναγκαιότητας εξοπλιστικά προγράμματα και, αφετέρου – και ακόμα χειρότερα –, ότι η Ελλάδα αυτοπαγιδεύεται στην πιο λάθος θέση την πιο λάθος στιγμή διαπράττοντας όχι ένα, αλλά τρία σφάλματα ταυτόχρονα: κάνοντας δηλαδή βαρύ λάθος εις τον κύβο.
Πρώτον, ο μοναδικός ουσιαστικά λόγος για τον οποίο το Βερολίνο θυμήθηκε τη… σύμμαχό του Αθήνα, είναι ότι θέλει να της πουλήσει όπλα. Εχει αναλυθεί εδώ πολλές φορές η πολιτική της στροφής της Γερμανίας στην πολεμική βιομηχανία, η οποία υπηρετεί τρεις στόχους ταυτόχρονα: την ανάταξη της καταρρέουσας βιομηχανίας της, την απόπειρα ανάσχεσης της ακροδεξιάς επέλασης και, κυρίως, την, κατά Μερτς, ταχύτατη οικοδόμηση ισχυρότατου στρατού. Κάτι που αφενός απαιτεί, αλλά και προσδοκά πόρους και που η αύξηση της παραγωγής θα καταστήσει ασφαλώς οικονομικότερο. Ομως η Ελλάδα ήδη έχει σε εξέλιξη ένα θηριώδες εξοπλιστικό πρόγραμμα και ούτε ζήτησε ούτε χρειάζεται τα γερμανικά όπλα – που άλλωστε είχαν προ ετών τη μερίδα του λέοντος και, επιπλέον, με συμβάσεις με τεράστια και επιχειρησιακά και οικονομικά ζητήματα. Αυτά ήδη καθιστούν τον εναγκαλισμό με τη Γερμανία περιττό και λανθασμένο.
Ο δεύτερος λόγος όμως τον καθιστά επικίνδυνο: ακόμα και αν ήταν κάτι που θα μπορούσε να είχε ενδιαφέρον από τις γερμανικές προτάσεις, η Ελλάδα ορθότατα αγοράζει όπλα από τους συμμάχους που έχει και που θέλει να έχει – και όλα κορυφαία. Αυτό κάνει και αυτό πρέπει να κάνει. Θα αναρωτηθεί κανείς: γιατί, η Γερμανία δεν είναι τέτοιος σύμμαχος; Ασφαλώς είναι – ασυζητητί. Με τη… μικρή διαφορά ότι είναι της… Τουρκίας. Και όχι της Ελλάδας. Και το έχει αποδείξει σταθερά, συστηματικά και αμέτρητες φορές. Και είναι γνωστοί και οι λόγοι. Συνεπώς, να απομακρυνθεί η χώρα από τους συμμάχους της για να κάνει τι; Να ενισχύσει τις ηγεμονικές στρατιωτικές φιλοδοξίες του Βερολίνου;
Και από εδώ οδηγούμαστε στο τρίτο λάθος, που, από επικίνδυνο, καθίσταται πλέον δυνάμει καταστροφικό. Αυτή την ώρα η Γερμανία συνειδητά δυναμιτίζει τις ευρωατλαντικές σχέσεις. Ο πολιτικός σχεδιασμός της για την απόκτηση και της στρατιωτικής πλέον ηγεμονίας στην Ευρώπη δεν είναι εφικτός όσο υπάρχει εδώ ο παράγοντας «Ηνωμένες Πολιτείες».
Για την Ελλάδα μια τέτοια ανισορροπία θα μπορούσε να αποβεί μοιραία. Ενδιαμέσως πάντως, η πορεία της μπορεί να σημαίνει δύο πράγματα: είτε μία σημαντική ευκαιρία στις επερχόμενες ανακατατάξεις, εφόσον πράξει το αυτονόητο να μείνει μακριά από τη Γερμανία, είτε καταστροφή, αν πράξει το αδιανόητο: να συνάψει στενότερους δεσμούς με τη χώρα που σέρνει την Ευρώπη στο χάος.






