Το τελευταίο διάστημα σχηματίσθηκε, μάλλον όχι τυχαία, μια συναστρία παρεξηγήσεων.

Παρεξήγηση γύρω από τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις ενός κράτους-μέλους της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Από τη στιγμή που η Ενωση δεν είναι απλώς ένα πολιτικό σχέδιο αλλά μια θεσμική πραγματικότητα, δεν δίδεται η δυνατότητα επιλογής μεταξύ κοινών αποφάσεων που θα τύχουν σεβασμού και άλλων που θα παρακαμφθούν, ούτε διαχωρισμού των κοινών οργάνων, ή επιμέρους αποφάσεών τους, αναλόγως του αν αρέσουν ή συμφέρουν μια χώρα ή την κυβέρνησή της.

Υπ’ αυτή την έννοια, δεν αποτελεί «φιλευρωπαϊκή» στάση να εξυμνούνται όργανα στα οποία μια χώρα πρωταγωνιστεί – παράδειγμα, το Eurogroup – και να αμφισβητούνται άλλα, όταν ασκούν θεσμικό έλεγχο ή κριτική – παράδειγμα, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία.

Παρεξήγηση γύρω από τον θεσμικό ρόλο του βουλευτή. Οι «βουλευτές αντιπροσωπεύουν το Εθνος» (άρθρο 51 παρ. 2 του Συντάγματος), όχι το κόμμα τους, αν και αυτού βεβαίως τα πολιτικά σχέδια προωθούν, ούτε την εκλογική περιφέρειά τους, παρότι σε αυτήν κυρίως δραστηριοποιούνται, ούτε τους ψηφοφόρους τους ως σύνολο, πόσο μάλλον τον καθέναν χωριστά. Γι’ αυτό «έχουν απεριόριστο δικαίωμα γνώμης και ψήφου κατά συνείδηση» (άρθρο 60 παρ. 1 Συντάγματος) και διαθέτουν προνόμια όπως το «ανεύθυνο» (άρθρο 61) και το «ακαταδίωκτο» (άρθρο 62), ενώ, αντιθέτως, δεν τους επιτρέπεται να ασκούν ή να έχουν ασκήσει ορισμένες δραστηριότητες (κωλύματα άρθρου 56 και ασυμβίβαστα άρθρου 57) που δυνητικά θα εμπόδιζαν την εκ μέρους τους υπηρέτηση του γενικού συμφέροντος.

Ολα αυτά σημαίνουν ότι «σωστός βουλευτής», και στη χώρα μας, δεν είναι εκείνος που έχει ως κύρια ενασχόληση τη διαμεσολάβηση ή το «τρέξιμο» για ειδικά, τοπικά ή προσωπικά συμφέροντα, ακόμα και αν είναι νόμιμα, πόσο μάλλον όταν δοκιμάζουν τις αντοχές της νομιμότητας. Δεν συνιστά, επομένως, θεσμική στάση η θεωρητικοποίηση ως «πραγματικού» βουλευτή του μπαρουτοκαπνισμένου στα αλώνια των μικρών ή μεγάλων «εξυπηρετήσεων» βουλευτή.

Το γεγονός ότι, πράγματι, έχει διαμορφωθεί στην Ελλάδα μια τέτοια πρακτική δεν απορρέει από τους θεσμούς, αλλά από δυο πολιτικές επιλογές – την εκλογή των βουλευτών με σταυρό και την κομματική λειτουργία του κράτους –, τις οποίες θα έπρεπε να προσπαθήσει να επιδιορθώσει, και όχι να τις επικαλείται ως επιχείρημα, όποιος θέλει να λέγεται «μεταρρυθμιστής».

Παρεξήγηση και ως προς την έννοια του Κράτους Δικαίου, το οποίο μάλιστα, στην ελληνική συνταγματική του κατάστρωση (άρθρο 25), χαρακτηρίζεται ως «κοινωνικό». Το Κράτος Δικαίου δεν ταυτίζεται με την τήρηση της τάξης, ούτε με την επιβολή της πλειοψηφίας, παρότι και αυτές οι αρχές έχουν συνταγματικό έρεισμα. Στον πυρήνα του Κράτους Δικαίου συνυπάρχουν ο σεβασμός των δικαιωμάτων του κάθε ανθρώπου, άρα της μειοψηφίας σε όλες τις εκφάνσεις της, η προώθηση της ελευθερίας σε κάθε νόμιμο πεδίο και ο σεβασμός των ρόλων και των εξουσιών αλλά πάντα με διατήρηση δικαιώματος ευπρεπούς αμφισβήτησης. Δ

εν είναι συνεπώς απαγορευμένη ούτε «αντικοινωνική» η σκληρή, ακόμη και άδικη, κρίση περί των θεσμικών πεπραγμένων, ούτε κείται υπεράνω κριτικής, για παράδειγμα, ένα εντελώς πρόχειρο δικαστικό σκεπτικό σε μια υπόθεση μεγάλου δημόσιου ενδιαφέροντος. Δεν εντάσσονται στο Κράτος Δικαίου παράνομες πράξεις που γίνονται με επίκληση «καλού σκοπού» –παράδειγμα, οι επαναπροωθήσεις μεταναστών.

Ούτε η ανοχή θεσμικών σκανδάλων, δηλαδή οργανωμένων σχεδίων με κάποιου είδους εμπλοκή της εξουσίας, όπως οι υποκλοπές, ο ΟΠΕΚΕΠΕ και παλαιότερα η Novartis, ο Κοσκωτάς και αρκετά άλλα. Ούτε η προσπάθεια δημιουργίας «κυρίαρχου λόγου» εκπορευόμενου από την εξουσία ή την πλειοψηφία, αφού ο μόνος κυρίαρχος λόγος σε μια πραγματική Δημοκρατία είναι ο ελεύθερος λόγος.

Ο Κώστας Μποτόπουλος είναι συνταγματολόγος

ΣΧΟΛΙΑ
ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
0 /50
0 /2000