Τι χαρές ήταν αυτές. Τι πανηγύρια του δημάρχου μας αλλά και εξέχοντος μέλους του ΠΑΣΟΚ (αντιπολίτευσης προς το παρόν, διότι στις εκλογές πάνε πρώτο κόμμα) για την περάτωση των έργων της οδού Βασιλίσσης Ολγας. Ούτε δικιά του ιδέα να ήτανε· που δεν ήτανε, και την πολέμησε μάλιστα με νύχια και με δόντια. Και τώρα που τελείωσε επιτέλους, μοστράρισε τη φάτσα του επί της οδού, πίσω του το Ζάππειο, κι έλεγε τι ωραία που τα ‘κανα και τι ωραία θέα σάς έχω από ‘δώ που θα κόβετε τις βόλτες σας.

Βέβαια του απάντησε η κ. Μενδώνη: «Εχει ιδιαίτερη σημασία που ο δήμαρχος Αθηναίων Χάρης Δούκας δηλώνει υπερήφανος και ευτυχής για την ολοκλήρωση του έργου της οδού Βασιλίσσης Ολγας. Ενός έργου το οποίο ο δήμαρχος όχι απλώς αρνιόταν, αλλά και πολέμησε, καθώς το έργο αντέβαινε στο προεκλογικό του όραμα για την Αθήνα. Χαίρομαι, γιατί σήμερα ο Χάρης Δούκας όχι απλώς αποδέχεται και θαυμάζει τον δρόμο, που ολοκληρώνει την ενοποίηση των αρχαιολογικών χώρων της Αθήνας, αλλά τον υιοθετεί ως δικό του λησμονώντας ότι ο φορέας υλοποίησης του έργου, η Ανάπλαση ΑΕ, τελεί – από το 2024 – υπό την εποπτεία πέντε υπουργείων, ανάμεσα στα οποία και το υπουργείο Πολιτισμού». Και δεν σταματάει εδώ, αλλά συνεχίζει: «Η υλοποίηση του έργου ήταν στις προτεραιότητες του δημάρχου Κώστα Μπακογιάννη». Ωπα. Αρπα τη, κύριε δημαρχάρα μου.

Αλλά και πάλι ως εδώ καλά. «Ηθελε να κάνει κι αυτός τη μόστρα του με ξένα κόλλυβα. Ανθρώπινο. Ή τέλος πάντων «δικό μας. Γραικικό».

Τι απάντησε ο Δουξ, σας παρακαλώ; Οτι τον δικαίωσε ο κύριος Μητσοτάκης. Εψαξα πού έγινε αυτή η δικαίωση. Ακρη δεν βρήκα. Βρήκα μόνο ότι έγιναν τα εγκαίνια της Βασιλίσσης Ολγας. Πήγανε όλοι· ο Πρωθυπουργός, η υπουργός Πολιτισμού, ο πρώην δήμαρχος κ. Μπακογιάννης. Ο θριαμβευτής Δούκας πουθενά. Είπα κι εγώ, δεν τον καλέσανε; Ντροπή. Πριτς που δεν τον καλέσανε. Τον καλέσανε· έλα, βρε χριστιανέ μου, να κόψουμε κορδέλα, αλλά αυτός τσίτωσε, χτύπαγε το τακουνάκι και «Ζε σέλω. Ζε σέλω». Μη σώσεις και σέλεις. Κάτσε εκεί να ροκανίζεις την καρέκλα του Ανδρουλάκη.

Και θα σταμάταγα εδώ αυτό το ρημάδι το κείμενο, αλλά ήρθε η μαύρη ώρα κι η στιγμή κι έπεσα πάνω στα πλάνα του κ. Τσίπρα στην Κρήτη. Τι άκουσα, Χριστέ μου; Τι είπε το στόμα του, Βαγγελίστρα μου;

Πρώτον, άργησε να έρθει στην Κρήτη τρία χρόνια γιατί περίμενε να πάρει ο ΟΦΗ το Κύπελλο, και δεύτερον, παρατήρησε ότι οι Κρητικοί είναι ακόμα ζωντανοί και κατέληξε στο εξής ασυνάρτητο: «Για να παραφράσω κι εγώ τους στίχους των φιλάθλων του ΟΦΗ, που λένε, ανάψαμε φωτιά που μεγαλώνει κι εγώ για αυτή τη φωτιά ήρθα να σας μιλήσω».

Αρπάζω κι εγώ την ευκαιρία και θα παραφράσω τους στίχους του Μποστ ανακράζοντας:

«Τι άκουσαν τ’ αυτάκια των;

Φωτιά;

Φωτιά εις τα μπατζάκια των».

ΣΧΟΛΙΑ
ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
0 /50
0 /2000