Τώρα που, στο υψηλότερο πολιτικό επίπεδο, μαίνεται η συζήτηση περι της φύσεως της Πολιτικής, εμείς οι απλοί πολίτες μπορεί να παρηγορηθούμε ξαναπαίρνοντας τα πράγματα απ’ την αρχή.

Επειδή, λοιπόν, εδώ και χιλιάδες χρόνια, ζούμε σε ομάδες, είχε γεννηθεί το ζήτημα «τί θα κάνομε όταν τα άτομα που τις απαρτίζουν δέν συμφωνούν μεταξύ τους;». Και τότε, ο πιο ζόρικος απ’ όλους μας επέβαλε τη θέλησή του – και δέν υπήρχε πιά πρόβλημα. Πολύ αργότερα, όμως, εφευρέθηκε το πολύτιμο (αλλα δυσχερέστατο στην εφαρμογή) σύστημα της δημοκρατίας, οπότε ανέκυψε πάλι το παλιό ερώτημα, και χρειάσθηκε να περιγράψομε ένα ενέργημα που το βαφτίσαμε «Πολιτική». Μ’ άλλα λόγια, είπαμε να βάλομε κάποιες/ους να κάνουν την εξής καινούργια δουλειά:

– Να στήνουν και να ελέγχουν την οργάνωση / λειτουργία μιας Εκτελεστικής Εξουσίας. Να έχουν, δηλαδή, τις προς τούτο απαιτούμενες περίπλοκες γνώσεις, καθώς και επαρκή αντίληψη της έννοιας του «κοινού» καλού.

– Να αποφασίζουν υπεύθυνα για μελλοντικές δράσεις της ομάδας, επιλέγοντας προτεραιότητες αντιφατικών αναγκών (Ήθος, δηλαδή).

2. Παρά το ηθελημένα απλοϊκό ύφος αυτής της εισαγωγής, γίνεται, νομίζω, σαφές αυτό που οι πολιτικοί επιστήμονες διατυπώνουν αρμοδιότερα: οτι τα πολιτικά μας πρόσωπα επιλέγονται με τα εξής κριτήρια. Πρώτον, για τις επιστημονικές Γνώσεις που διαθέτουν σε έναν τομέα της σημερινής, εξόχως περίπλοκης, φυσικής, τεχνολογικής και κοινωνικής πραγματικότητας. Και, δεύτερον, για το αναμφισβήτητο Ήθος που τα διακρίνει, προκειμένου αφενός να ασκούν έλεγχο της Εκτελεστικής Εξουσίας και αφετέρου να έχουν επαρκή συναίσθηση των Αξιών τις οποίες θα επικαλούνται κατα τη λήψη των πολιτικών αποφάσεων.

3. Όσο συνοπτικά κι αν ήσαν αυτά που προηγήθηκαν, μπορεί κανείς να παρατηρήσει οτι ενδεχόμενες ανεπάρκειες της Εκτελεστικής Εξουσίας (σε γνώσεις, εργατικότητα, πλήθος προσωπικού, οργάνωση, και σε ηθική ακεραιότητα) εμπίπτουν στην αρμοδιότητα ελέγχου και θεραπείας απ’ την πλευρά της Πολιτικής. Και πώς άραγε θα γίνουν αυτός ο έλεγχος κι αυτή η θεραπεία;

Αναλόγως των περιπτώσεων: α) Με τη λήψη ειδικών μέτρων απ’ την κεντρική Διοίκηση, β) με αναδιάρθρωση, μέσω οργανωτικών, οικονομικών ή εκπαιδευτικών μέτρων, και γ) με διευκόλυνση του σχετικού έργου της Δικαιοσύνης.

Αντιλαμβάνομαι όμως ότι, κατα το παρελθόν, η θεραπεία της ανεπάρκειας ή της στρεβλότητας της Εκτελεστικής Εξουσίας δέν είχε πάντοτε επιζητηθεί με τα ως άνω προφανώς αναγκαία (αλλ’ ίσως περίπλοκα;) μέσα. Ακριβώς λοιπόν γι’ αυτό, ίσως, πολλά πολιτικά πρόσωπα αισθάνονταν τάχα την υποχρέωση να επιφέρουν αποσπασματικές, δήθεν διορθωτικές επεμβάσεις – στο επίπεδο, όμως, ενός μόνον πολίτη (ή μικρής ομάδας πολιτών) και ενός μόνον οργάνου της Εκτελεστικής Εξουσίας. Τεράστιο, βέβαια, ήταν το πλήθος αυτών των παρεμβάσεων, αμφίβολο όμως είναι το κοινωνικό όφελος απ’ αυτές:

– Δέν επέφεραν ευρύτερες διορθώσεις στο σύστημα, αλλά αντιθέτως ενδέχεται τα στελέχη του να εθίζονταν σε εξωυπηρεσιακόν εκμαυλισμό.

– Και δέν είναι βέβαιον οτι αυτές οι παρεμβάσεις δέν προξενούσαν αθέλητες αδικίες σε «άλλους» πολίτες.

4. Είναι λοιπόν μάλλον σαφές οτι αυτή η δήθεν πολιτική μέθοδος εξυπηρετήσεων (την οποίαν, στη γειτονική μας χώρα, αποκαλούν «rüşvet») δέν διαθέτει ουσιώδη πολιτική δικαίωση – ενώ συνεπάγεται και εμφανέστατες βλάβες σε ευρύτερο κοινωνικό πλαίσιο. Για τη διόρθωση των αδικιών, των καθυστερήσεων και των αστοχιών της Εκτελεστικής Εξουσίας, άλλης κατηγορίας διορθωτικές μεθόδους απαιτούμε απο τους πολιτικούς μας να χρησιμοποιούν. Οπότε, σε λίγον καιρό, θα εκλείψουν και τα χιλιάδες αιτήματα για τις επιμέρους επεμβάσεις – και θα προκύψει και μιά συνακόλουθη ουσιαστικότερη συμμετοχή των Πολιτικών στο κοινοβουλευτικό έργο.

Ο Θεοδόσης Π. Τάσιος είναι ομότιμος καθηγητής του Εθνικού Μετσοβίου Πολυτεχνείου

ΣΧΟΛΙΑ
ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
0 /50
0 /2000