Η επίσκεψη του Εμανουέλ Μακρόν στην Αθήνα και η ανανέωση της ελληνογαλλικής αμυντικής συμφωνίας επαναφέρουν στο προσκήνιο ένα βασικό ερώτημα: τι ακριβώς σημαίνει για την Ελλάδα η ρήτρα αμοιβαίας αμυντικής συνδρομής που αποτελεί τον πυρήνα της; Η απάντηση πρέπει να δοθεί χωρίς ψευδαισθήσεις.

Στις διεθνείς σχέσεις, οι συμμαχίες λειτουργούν με όρους συμφερόντων. Η συμφωνία του 2021, που τώρα ανανεώνεται, προβλέπει αμοιβαία συνδρομή σε περίπτωση επίθεσης και συνδέθηκε – όχι τυχαία – με σημαντικές ελληνικές προμήθειες γαλλικών οπλικών συστημάτων, όπως τα αεροσκάφη Rafale και οι φρεγάτες Belharra. Για τη Γαλλία, οι υποσχέσεις αμυντικής συνδρομής συνοδεύτηκαν από απτά οφέλη για την αμυντική της βιομηχανία. Αυτή η συναλλακτική διάσταση δεν αναιρεί τη στρατηγική αξία της συμφωνίας· την προσγειώνει απλώς στην πραγματικότητα.

Πέρα από τις διακηρύξεις, η αξία της συμφωνίας εδράζεται στο ότι, στην παρούσα συγκυρία, υπάρχει επαρκής σύγκλιση συμφερόντων μεταξύ Αθήνας και Παρισιού σε θέματα που αφορούν την Ανατολική Μεσόγειο και την ευρωπαϊκή ασφάλεια. Υπό αυτή την έννοια, η ελληνογαλλική σχέση αποτελεί ίσως τη σημαντικότερη διμερή στρατηγική σχέση που διαθέτει σήμερα η Αθήνα.

Η σημασία της συμφωνίας θα πρέπει να ιδωθεί υπό το πρίσμα της ελληνοτουρκικής ισορροπίας. Η Τουρκία διαθέτει σαφές ποσοτικό πλεονέκτημα. Η Ελλάδα δεν μπορεί να ανταγωνιστεί συμμετρικά· οφείλει να επενδύει στην ποιοτική υπεροχή. Εδώ ακριβώς η Γαλλία αποκτά κομβική σημασία. Εάν η αμυντική συνεργασία με το Παρίσι συμβάλει στη διατήρηση ουσιαστικής ποιοτικής υπεροχής έναντι της Τουρκίας, τότε η συμφωνία αποκτά πραγματικό αποτρεπτικό περιεχόμενο. Τότε δεν θα πρόκειται απλώς για μια διπλωματική διακήρυξη· θα πρόκειται για πολλαπλασιαστή ισχύος. Η ρήτρα αμοιβαίας αμυντικής συνδρομής ενισχύει την αποτροπή πολιτικά, ενώ η εξοπλιστική συνεργασία την ενισχύει στρατιωτικά. Ο συνδυασμός των δύο προσδίδει ουσία στη σχέση.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η συμφωνία είναι χωρίς όρια. Πρώτον, δεν αποτελεί συνθήκη με την αυστηρή νομική έννοια· αποτελεί απλώς πολιτική δέσμευση. Δεύτερον, ρητώς εξαιρεί ζητήματα κυριαρχικών δικαιωμάτων όπως η υφαλοκρηπίδα και η ΑΟΖ. Τρίτον, καμία ρήτρα αμοιβαίας συνδρομής δεν είναι αυτόματη: η ενεργοποίησή της θα εξαρτηθεί από τη γεωπολιτική συγκυρία, από τη βούληση της εκάστοτε γαλλικής ηγεσίας και από το κατά πόσο το Παρίσι θα θεωρήσει ότι διακυβεύονται και δικά του ζωτικά συμφέροντα. Με άλλα λόγια, η συμφωνία αυξάνει το κόστος και το ρίσκο για την Αγκυρα, αλλά δεν καταργεί την αβεβαιότητα που συνοδεύει κάθε συμμαχική δέσμευση. Αυτό είναι το πάγιο όριο όλων των συμμαχιών.

Υπάρχει, ωστόσο, και μια νέα διάσταση που αξίζει να εξεταστεί: η πυρηνική. Πέρυσι ο Μακρόν άνοιξε τη συζήτηση για το ενδεχόμενο η γαλλική πυρηνική αποτροπή να αποκτήσει ευρωπαϊκή διάσταση. Φέτος ανακοίνωσε την ενίσχυση του γαλλικού πυρηνικού οπλοστασίου, δυνατότητα ανάπτυξης γαλλικών πυρηνικών δυνάμεων σε ευρωπαϊκά εδάφη και στενότερη συνεργασία με οκτώ εταίρους – μεταξύ των οποίων ρητώς η Ελλάδα. Η Ελλάδα οφείλει να διερευνήσει τα όρια και το περιεχόμενο της γαλλικής «εκτεταμένης αποτροπής». Οχι επειδή η Τουρκία είναι ήδη πυρηνική δύναμη – δεν είναι – αλλά επειδή έχει εκπεφρασμένες πυρηνικές φιλοδοξίες.

Το συμπέρασμα είναι σαφές. Η ελληνογαλλική συμφωνία είναι πολύτιμη και η ανανέωσή της θετική. Ομως η αξία της είναι συμπληρωματική, όχι υποκατάστατο της εθνικής ισχύος. Οι συμμαχίες είναι πιο αξιόπιστες όταν στηρίζουν κράτη ικανά να υπερασπιστούν τον εαυτό τους.

Ο Αθανάσιος Πλατιάς είναι ομότιμος καθηγητής Στρατηγικής στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς και πρόεδρος του Συμβουλίου Διεθνών Σχέσεων

ΣΧΟΛΙΑ
ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
0 /50
0 /2000