Είδηση πρώτη: ένας υφυπουργός υποχρεώνεται να παραιτηθεί – δηλώνοντας θύμα σκευωρίας – όταν αποκαλύπτεται ότι είχε προσληφθεί παλαιότερα ως επιστημονικός συνεργάτης στο υπουργείο Παιδείας, χωρίς να διαθέτει τον πανεπιστημιακό τίτλο σπουδών που η θέση απαιτούσε. Είχε προσληφθεί επίσης, με ανάλογα καθήκοντα και με τα ίδια ακριβώς προσόντα, και στη ΓΓ Νέας Γενιάς, όπου όταν αποχώρησε αντικαταστάθηκε από τη σύζυγό του.

Είδηση δεύτερη: αίρεται η ασυλία ενός αριθμού βουλευτών που είχαν συλληφθεί να επικοινωνούν με τον διοικητή τού εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσόντος ΟΠΕΚΕΠΕ, προωθώντας αιτήματα ψηφοφόρων τους – κάποια από αυτά αμφίβολης νομιμότητας ή προφανούς παρανομίας. Οι ίδιοι συναινούν στην άρση, αλλά επιμένουν ότι δεν έχουν κάνει τίποτε παράνομο, ότι είναι χρέος του βουλευτή να μεσολαβεί για την επίλυση προσωπικών υποθέσεων εκείνων που τον «τίμησαν» με σταυρό προτίμησης στα ψηφοδέλτια.

Είδηση τρίτη: μια μελέτη, που δημοσίευσε ο Σύλλογος Υπαλλήλων ΟΑΕΔ, μέτρησε ότι οι μετακλητοί υπάλληλοι στο ελληνικό Δημόσιο από 1.753 το 2013 έφθασαν τον Οκτώβριο του 2025 τους 3.646, παρουσιάζοντας αύξηση πάνω από 100%. Η αύξηση αυτή δεν ήρθε απότομα.

Οι μετακλητοί πληθαίνουν με σταθερό ρυθμό, από χρόνο σε χρόνο. Με όλες τις κυβερνήσεις και σε όλους τους καιρούς. Και σε καιρούς χρεοκοπίας, και σε καιρούς «κανονικότητας».

Το ενδιαφέρον είναι ότι οι αριθμοί των μετακλητών μειώνονται πάντα τις πρώτες εβδομάδες μετά από κάθε εκλογική αναμέτρηση, όπου το Δημόσιο αδειάζει από τους παλιούς για να έρθουν οι καινούργιοι. Αμέσως μετά τις εκλογές του Ιανουαρίου 2015, για παράδειγμα, οι μετακλητοί μειώθηκαν από 1.839 σε μόλις 845. Χρειάστηκαν λιγότερο από δύο μήνες για να φθάσουν στα προηγούμενα επίπεδα. Εφθασαν τους 2.542 στη διάρκεια της θητείας της κυβέρνησης Τσίπρα, κατά 40% περισσότεροι από όσους είχαν αφήσει οι «Σαμαροβενιζέλοι». Μειώθηκαν ξανά αμέσως μετά τις εκλογές του 2019, αλλά γρήγορα ανέκαμψαν. Στα τέλη του 2025, οι μετακλητοί ήταν 3.646, δηλαδή και πάλι 40% περισσότεροι από όσους είχε αφήσει πίσω της η «πρώτη φορά Αριστερά». Σαν να υπάρχει ένας κανόνας, κάθε κυβέρνηση να απασχολεί 40% περισσότερους μετακλητούς απ’ όσους η προηγούμενη.

Δεν είναι ότι μεγαλώνει η διοίκηση. Μεγαλώνει η πολιτική επιρροή μέσα στη διοίκηση. Τι κοινό έχουν αυτές οι τρεις ειδήσεις, όλες από τη συγκομιδή των τελευταίων λίγων ημερών; Συγκλίνουν και οι τρεις στον ίδιο κοινό τόπο. Στον πυρήνα του «ελληνικού προβλήματος». Σε αυτό που η τρόικα, τον καιρό των Μνημονίων, ονόμαζε στην παράξενη γλώσσα της «πολιτικοποίηση της δημόσιας διοίκησης».Αναπαράγεται, έτσι, ένα εναλλακτικό μοντέλο πολιτικής καριέρας. Από τη νεολαία του κόμματος, σε θέση επιστημονικού συνεργάτη σε κάποιο υπουργείο. Από εκεί, σε θέση μετακλητού σε κάποιο υπουργικό γραφείο. Κι έπειτα (για όποιον «το έχει») μια θέση στη διοίκηση κάποιου δημόσιου οργανισμού, όπου δημιουργείται πολιτικό κεφάλαιο για τη συλλογή σταυρών προτίμησης σε μια εκλογική μάχη. Δεν χρειάζεται πια παρά λίγη τύχη και πολλή υπομονή για μια θέση υφυπουργού σε κάποιον ανασχηματισμό.

Ταυτόχρονα, βέβαια, αναπαράγεται έτσι κι ένα μοντέλο (κακο-) διοίκησης. Οπου η κορυφή της δημόσιας διοίκησης «πολιτικοποιείται». Η δημόσια διοίκηση ατροφεί. Την κρίσιμη δουλειά δεν την κάνει ένας δημόσιος υπάλληλος, που αξιολογείται επαγγελματικά, αλλά ένας μετακλητός εκ της κομματικής επετηρίδας, που αξιολογείται πολιτικά. Οπου ο διοικητής ενός δημόσιου οργανισμού και ο εποπτεύων υπουργός «καταλαβαίνονται» αλλιώς. Και όπου ο βουλευτής μπορεί να τηλεφωνεί στον διοικητή και να ζητάει εξυπηρετήσεις, με το θάρρος του παλαιού συμπολεμιστή στους κοινούς αγώνες για τη νίκη του κόμματος.

Πώς σπάει αυτός ο φαύλος κύκλος; Η δημόσια συζήτηση επικεντρώθηκε στην πολιτική όψη αυτού του φαύλου κύκλου και σε προτάσεις που θα εξασφάλιζαν την απεξάρτηση του πολιτικού από την υποχρέωση να κάνει «ρουσφέτια». Να καθιερωθεί ασυμβίβαστο μεταξύ υπουργικής και βουλευτικής ιδιότητας, για παράδειγμα. Ή να αντικατασταθεί το εκλογικό σύστημα των πολυεδρικών περιφερειών με σταυρό προτίμησης από μια παραλλαγή του γερμανικού συστήματος με βουλευτές δύο ταχυτήτων, εκείνους που εκλέγονται σε μονοεδρικές περιφέρειες κι εκείνους που εκλέγονται με εθνική λίστα.

Θα ήταν ίσως χρησιμότερο να μεταθέταμε τη συζήτηση από την πολιτική στη διοικητική όψη του προβλήματος. Αντί να ψάχνουμε στην Ευρώπη μοντέλα εκλογικών συστημάτων ή βαριών συνταγματικών ρυθμίσεων, ας αναζητήσουμε κανόνες όπως εκείνοι που, στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, θέτουν ανώτατα όρια, αριθμητικό πλαφόν στην πρόσληψη «προσωπικού πολιτικής εμπιστοσύνης».

Στη Δανία, για παράδειγμα, ο πρωθυπουργός δικαιούται πέντε, εδώ η Προεδρία της Κυβέρνησης απασχολεί 293. Εκεί κάθε υπουργός δεν μπορεί να έχει πάνω από τρεις, εδώ στο σύνολο των υπουργείων υπηρετούν 477. Ή κανόνες που ισχύουν σχεδόν παντού και καθιερώνουν αυστηρές τυπικές προϋποθέσεις, ανεξάρτητο έλεγχο πριν από τον διορισμό και επιβάλλουν διαφάνεια έπειτα από αυτόν. Δεν χρειάζεται να ψάξουμε πολύ μακριά. Ακόμη και η Κύπρος ψήφισε νόμο το 2024 που κάνει υποχρεωτική τη δημοσίευση των ονομάτων και των αμοιβών των μετακλητών και προβλέπει ρητή απαγόρευση ανάμειξής τους στη διοίκηση και παρέμβασης στο έργο των δημοσίων υπαλλήλων.

Η υιοθέτηση τέτοιων πρακτικών δεν απαιτεί δύσκολες συνταγματικές αλλαγές. Και μπορεί να έχει πολύ πιο άμεσα αποτελέσματα. Οχι να μας κάνει αδιάβροχους στα σκάνδαλα. Αλλά να προσφέρει ένα περιβάλλον που θα υποχρεώνει την πολιτική να ψάξει για πολιτική νομιμοποίηση στη διαχείριση του δημοσίου αντί της εξυπηρέτησης του ιδιωτικού. Θα δώσει κίνητρα για μια δημόσια διοίκηση πιο ανεξάρτητη και αποτελεσματική. Που θα σπάσει, προπάντων, την αίσθηση ότι η διαφθορά, έστω και με την αρχαϊκή μορφή του ρουσφετιού, είναι μέρος ενός ελληνικού τρόπου ζωής. Δεν είναι ασήμαντο.

Στην εποχή της μεγάλης εξόδου νέων από τη χώρα, το 2017, μια έρευνα της ICAP έδειξε ότι η αίσθηση αναξιοκρατίας ήταν, για τους νέους που έφευγαν, ισχυρότερος λόγος εξόδου (41%) ακόμη και από την οικονομική κρίση (34%). Κι όταν αργότερα, το 2025, η Metron ρώτησε εκείνους που έφυγαν τι τους εμποδίζει να γυρίσουν, ένας στους πέντε απάντησε ότι είναι η πεποίθησή του πως «δεν υπάρχει αξιοκρατία στην Ελλάδα».

ΣΧΟΛΙΑ
ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
0 /50
0 /2000