Για τα κόμματα που κυοφορούνται μήνες τώρα, τα πράγματα έχουν αρχίσει να ξεκαθαρίζουν. Ολοι ψάχνουν ένα συγκεκριμένο και διαφορετικό κομμάτι μιας κατακερματισμένης εκλογικής βάσης.

Η κυρία Καρυστιανού ανακοίνωσε πως θα προχωρήσει στον σχηματισμό της πολιτικής της κίνησης με τη φράση «ξεκινάμε για την ελπίδα». Θα επιχειρήσει δηλαδή την ανασύσταση μιας απολύτως αντισυστημικής παράταξης με συνθηματολογία πανομοιότυπη εκείνης του 2015, όταν πολλοί πίστεψαν ότι «η ελπίδα έρχεται». Το πλεονέκτημα της «ελπίδας» είναι ότι δεν έχει πολιτικό ή ιδεολογικό πρόσημο. Ολοι χωράνε, αρκεί να μην κάνουν πολλές ερωτήσεις για το τι ακριβώς σημαίνει η απροσδιόριστη προσδοκία.

Αντίθετα, η δεξαμενή από την οποία θέλει να αντλήσει είναι προσδιορισμένη: εκείνοι που έχουν πλήρως διαρρήξει τις σχέσεις τους με το πολιτικό σύστημα και, κυρίως, με τους εκπροσώπους του. Γι’ αυτό και η δηλωμένη επιλογή της να μη συμμετέχει απολύτως κανένα πρόσωπο που είχε ενεργό πολιτική δράση – ακόμη κι αν έχει εκφραστεί θετικά για εκείνη και τις προθέσεις της, ακόμη κι αν η ίδια έχει συμφωνήσει ή επωφεληθεί από τις πρωτοβουλίες του.

Η καθολική απόρριψη θα είναι το μοναδικό πρόταγμα. Το σχήμα θα στελεχώνουν άνθρωποι χωρίς πολιτικό παρελθόν, χωρίς δημόσια παρουσία, χωρίς ορατό στίγμα – και επομένως η κυρία Καρυστιανού θα είναι το μόνο αναγνωρίσιμο πρόσωπο αναφοράς.

Για τον κ. Σαμαρά, η εικόνα είναι επίσης καθαρή. Προσδοκίες καλής εκλογικής επίδοσης δεν μπορεί να έχει. Θα προχωρήσει στην κίνησή του μόνον εφόσον κρίνει πως μπορεί να στερήσει από τη ΝΔ ένα μικρό αλλά κρίσιμο ποσοστό, ώστε να καταφέρει ένα προσωπικό πλήγμα στον κ. Μητσοτάκη και – ιδανικά για τον πρώην πρωθυπουργό – να γίνει ο καταλύτης για αλλαγή ηγεσίας μετά την πρώτη κάλπη.

Το πλεονέκτημα είναι πως για ένα παιχνίδι όπου ο στόχος δεν είναι η νίκη αλλά η πρόκληση της μέγιστης ζημίας στον αντίπαλο δεν χρειάζεται μεγάλη προετοιμασία. Μπορεί ο εκλογικός συνδυασμός (γιατί αυτό θα είναι μάλλον παρά ένα πραγματικό κόμμα) να συγκροτηθεί τις παραμονές ακόμη των εκλογών, ανάλογα με την εικόνα των σφυγμομετρήσεων.Πιο δύσκολες είναι οι αποφάσεις για τον κ. Τσίπρα. Με τις πρόσφατες τοποθετήσεις του, δεν έχει πια καν την πολυτέλεια μιας υπαναχώρησης, ενώ έχει υποστεί όλο το κόστος της καθυστέρησης.

Η όξυνση σε αυτή τη φάση δεν τον εξυπηρετεί και η πτώση της ΝΔ λόγω της υποτροπής του σκανδάλου ΟΠΕΚΕΠΕ, με θρυαλλίδα την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, δεν μεταγράφεται υπέρ του. Από τη Βουλή έχει αποχωρήσει, ενώ το βάρος και τον λόγο της αντιπολίτευσης εκφράζει το ΠΑΣΟΚ και ο κ. Ανδρουλάκης. Ενα σχήμα αντιπαράθεσης Μητσοτάκη – Ανδρουλάκη είναι ό,τι πιο καταστροφικό για το βασικό αφήγημα του κ. Τσίπρα, ότι δηλαδή εκείνος αποτελεί το μόνο πραγματικό αντίπαλο δέος στον κ. Μητσοτάκη.

Με τον χρόνο να πιέζει, έχει να επιλέξει ανάμεσα σε δύο κατευθύνσεις. Μπορεί να επιμείνει στη στροφή προς τη μετριοπάθεια – αν όχι το Κέντρο – και στο επιχείρημα ότι έχει αλλάξει μαθαίνοντας από το παρελθόν του.

Η στρατηγική αυτή έγινε γνωστή ως rebranding – ημιτελές στον βαθμό που ποτέ δεν μάθαμε ποιο είναι το νέο brand. Εναλλακτικά, μπορεί να επιχειρήσει την ανασύσταση μέρους της παλιάς κοινωνικής συμμαχίας που τον στήριζε με μεγάλα ποσοστά μέχρι και το 2019.

Αυτό θα σημαίνει επιθετική ρητορική με στόχο τη βάση της αριστερής πτέρυγας του ΠΑΣΟΚ και της κατακερματισμένης Αριστεράς. Είναι ένα παιχνίδι που το ξέρει καλά. Σε αυτό το γήπεδο αισθάνεται άνετα. Αλλά στο πρωτάθλημα της ανατρεπτικής Αριστεράς οι ομάδες έχουν γίνει πολλές και θεατές στις κερκίδες είναι πια λίγοι.

ΣΧΟΛΙΑ
ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
0 /50
0 /2000