Τα τελευταία εικοσιτετράωρα, δύο ειδήσεις για τη δημόσια υγεία έκαναν τον γύρο του κόσμου. H πρώτη αφορούσε την έναρξη κλινικών δοκιμών για τη δημιουργία ενός αποτελεσματικού εμβολίου έναντι της γρίπης των πτηνών – ενός ιού που σύμφωνα με τους ειδικούς συγκεντρώνει τις περισσότερες πιθανότητες να βρεθεί πίσω από την επόμενη πανδημία.
Η δεύτερη είδηση αφορούσε την έγκριση από τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Φαρμάκων (ΕΜΑ) και, στη συνέχεια, από την Ευρωπαϊκή Ενωση, του πρώτου συνδυαστικού εμβολίου κατά της γρίπης και της Covid-19. Ενός εργαλείου πρόληψης που οι επιστήμονες ελπίζουν πως θα αμβλύνει την επιφυλακτικότητα μερίδας των πολιτών απέναντι στην «ψυχρή βελόνα», η οποία συχνά τους οδηγεί να αποφεύγουν το ένα ή και τα δύο εμβόλια.
Κι όμως, τέτοιου τύπου ειδήσεις δεν συναντούν πάντοτε την αποδοχή που θα ανέμενε κανείς. Η συζήτηση για τα εμβόλια δεν έληξε με την πανδημία της Covid-19. Αντιθέτως, άφησε πίσω της ένα αποτύπωμα κόπωσης – αλλά και μια επίμονη αμφιθυμία που εξακολουθεί να επηρεάζει τη στάση των πολιτών απέναντι στον εμβολιασμό.
Η Ευρωπαϊκή Εβδομάδα Εμβολιασμών, που τιμάται από τις 19 έως τις 25 Απριλίου, επιχειρεί να επαναφέρει το ζήτημα σε ένα πιο επίκαιρο πλαίσιο. Οχι πια με την ένταση των χρόνων της πανδημίας, αλλά σε μια περίοδο «ουδετερότητας», όπου η αίσθηση του επείγοντος έχει υποχωρήσει. Και ίσως ακριβώς εκεί βρίσκεται η δυσκολία: πώς διατηρείται η εγρήγορση όταν η απειλή δεν είναι ορατή.
Θα μπορούσε να πει κανείς πως τα εμβόλια είναι, κατά έναν τρόπο, θύματα της ίδιας τους της επιτυχίας. Οι γενιές που δεν έζησαν τις συνέπειες των μεταδοτικών νοσημάτων δυσκολεύονται να αντιληφθούν το πραγματικό τους βάρος. Ο κίνδυνος φαντάζει μακρινός, σχεδόν θεωρητικός.
Και όμως, ούτε μια εμπειρία όπως η πανδημία λειτούργησε με τον ίδιο τρόπο για όλους. Για κάποιους υπήρξε υπενθύμιση. Για άλλους, αφορμή αμφισβήτησης.
Ετσι, ένα από τα πιο ισχυρά επιχειρήματα υπέρ των εμβολιασμών – η πρόληψη απέναντι σε ασθένειες που κάποτε στοίχιζαν ζωές – μοιάζει να χάνει την πειστικότητά του. Κι ας αφηγούνται οι αριθμοί μια άλλη ιστορία: εκείνη του πόνου που αποφεύχθηκε.
Στην πράξη, οι εμβολιασμοί δεν είναι μόνο ζήτημα οδηγιών ή συστάσεων. Είναι, πρωτίστως, ζήτημα εμπιστοσύνης. Και η εμπιστοσύνη δεν επιβάλλεται· καλλιεργείται αργά, ενώ μπορεί να χαθεί απότομα. Το στοίχημα, λοιπόν, δεν είναι μόνο επιστημονικό. Είναι βαθιά κοινωνικό και πολιτικό: πώς μπορεί κανείς να μιλήσει ξανά πειστικά για την αξία της πρόληψης χωρίς φόβο, αλλά και χωρίς εφησυχασμό.
Διότι η επιτυχία των εμβολιασμών δεν αποτυπώνεται μόνο στα ποσοστά κάλυψης. Κρίνεται, κυρίως, στο αν οι πολίτες αισθάνονται ότι κάποιος τους εξηγεί, τους ακούει και τους φροντίζει με συνέπεια. Μόνο τότε οικοδομείται, στ’ αλήθεια, το τείχος ανοσίας.






