Παγκόσμια Ημέρα Βιβλίου σήμερα και αναρωτιέμαι αν το βιβλίο τείνει να γίνει πλέον «είδος προς εξαφάνιση». Πριν από λίγα χρόνια δεν φανταζόμουν ότι θα μπορούσα να διαβάσω έστω και ένα διήγημα στο τάμπλετ ή, ακόμη πιο ακραίο, να το ακούσω ως audio book. Και όμως, τα έκανα και τα δύο. Λίγο από ανάγκη, λίγο από περιέργεια. Δεν ενθουσιάστηκα ούτε όμως και ενοχλήθηκα. Σίγουρα, ουδεμία σχέση με το «σύμπαν» μέσα στο οποίο σε βάζει ένα βιβλίο, χωρίς τη διαμεσολάβηση της φωνής του εκφωνητή, ούτε εκείνη τη σχέση με το χαρτί και τη χαρακτηριστική του μυρωδιά, τις σημειώσεις και τις υπογραμμίσεις, τις τσακισμένες σελίδες για να θυμάσαι από πού να το ξαναπιάσεις, το κρυφοκοίταγμα στα επόμενα κεφάλαια. Αλλά για να το ανεχτώ εγώ που ξεφύλλιζα μετά μανίας βιβλία πριν μάθω καν να διαβάζω, φαντάζομαι τι θα γίνει με τις επόμενες γενιές που δεν έχουν πιάσει βιβλίο στα χέρια τους.
Στα πρώτα μου χρόνια, το οικογενειακό μου παρατσούκλι ήταν «άλλο φύλλο». Ηθελα να μου διαβάζουν παιδικά βιβλία με φρασούλες, να τις αποστηθίζω και μετά να καμώνομαι ότι τις διαβάζω. Και όταν ο ενήλικος που κρατούσε το βιβλίο δεν γύριζε έγκαιρα τη σελίδα (είχα ταυτίσει τη ζωγραφιά κάθε σελίδας με την ανάλογη φρασούλα) φώναζα, «άλλο φύλλο». Το πρώτο βιβλίο που διάβασα μόνη μου ήταν το «Σαν τα πουλιά», με παιδικά ποιήματα του Στέλιου Σπεράντζα. Σε λίγες ημέρες το έμαθα όλο απ’ έξω και, από ‘κει και πέρα, διάβαζα ό,τι έπεφτε στα χέρια μου. Και φρόντιζα να πέφτουν βιβλία «μεγαλίστικα». Ετσι διάβασα Μ. Καραγάτση στα δέκα μου, κι ας μην κατάλαβα τίποτα. Εχω όμως την εντύπωση ότι το πρώτο ερωτικό σκίρτημα το ένιωσα διαβάζοντας την «Αιολική Γη» του Βενέζη· δεν θυμάμαι με ποια αφορμή.
Το καλοκαίρι μεταξύ Δημοτικού και Γυμνασίου, νομίζω καθ’ υπόδειξη του παππού μου, διάβασα για πρώτη φορά ξένη λογοτεχνία. Το «Εγκλημα και Τιμωρία». Ξετρελάθηκα, διάβαζα λίγες σελίδες κάθε μέρα, για να αργήσω να το τελειώσω. Φυσικά, ερωτεύτηκα τον Ρασκόλνικοφ. Οπως ερωτεύτηκα και τον Βασίλη Κάρλοβιτς Γιούγκερμαν και δεν θυμάμαι ποιους άλλους λογοτεχνικούς ήρωες. Ανεξάρτητα πολλές φορές από τις περιγραφές του συγγραφέα, προσπαθούσα να φανταστώ το πρόσωπό τους, τα ρούχα τους, τι νούμερα παπούτσι φορούσαν, πώς έτρωγαν, πώς κοιμούνταν. Αυτό είναι το «σύμπαν» ενός βιβλίου που αναφέρω παρά πάνω.
Εκτοτε, πολλές φορές, διαβάζοντας ένα βιβλίο, ήταν σαν να ζούσα μια δεύτερη ζωή μέσα από τις σελίδες του. Οπως εκείνο το καλοκαιρινό μεσημέρι, στην εφηβεία μου, που μπούκαρε στην κάμαρα φουριόζος και ιδρωμένος ο Ταχτσής, ζήτησε ένα ποτήρι νερό και άρχισε να μου διηγείται ασθμαίνοντας, διά στόματος Εκάβης, τους πόθους και τα πάθη των ανθρώπων. Ή εκείνα τα βράδια που, κρατώντας τη «Φανέλα με το 9» του Κουμανταρέα, νόμιζα ότι τα χέρια μου μύριζαν τη φτηνή κολόνια του Μπιλ Σερέτη. Ή, πιο μικρή, όταν διάβαζα μυθιστόρημα της Αγκαθα Κρίστι, ήθελα να πίνω τσάι και να τρώω σάντουιτς με αγγούρι. Αυτή ακριβώς την ενεργοποίηση όλων των αισθήσεων δεν ξέρω αν μπορεί να την πυροδοτήσει η ανάγνωση ενός βιβλίου από το τάμπλετ. Δεν βαριέσαι…
Οταν τσακώθηκα με τον Παπαδιαμάντη
Ηταν Χριστούγεννα, πήγαινα πρώτη Γυμνασίου και ο πατέρας μου μού είχε τάξει ένα δώρο-έκπληξη. Το είχε κάνει, έλεγε, ειδική παραγγελία για μένα κι εγώ, δεν ξέρω για ποιο λόγο, φανταζόμουν παπούτσια με τακούνια που βιαζόμουν να βάλω. Το πακέτο, όμως, ήταν αρκετά βαρύ. Το άνοιξα με ανυπομονησία και μέσα βρήκα τα άπαντα του Παπαδιαμάντη, σε έξι – εφτά τόμους, με δερμάτινο εξώφυλλο και το ονοματεπώνυμό μου χαραγμένο στη ράχη.
Η απογοήτευσή μου ήταν τεράστια. Θύμωσα στα κρυφά με τον μπαμπά μου και στα φανερά την πλήρωσε ο Παπαδιαμάντης. Τα καταχώνιασα κάπου και πέρασαν πολλά χρόνια μέχρι να τα πιάσω στα χέρια μου και να διαπιστώσω, με καθυστέρηση, το μεγαλείο του θείου Αλέξανδρου.
- «Μήπως υπάρχει κι άλλος εμπλεκόμενος;»: Η διαρκής τηλεφωνική επικοινωνία του 40χρονου μετά τη δολοφονία της Ελευθερίας
- Fuel Pass: Μέχρι πότε υποβάλλονται αιτήσεις – Ποιοι είναι οι δικαιούχοι και ποια τα ποσά της επιδότησης
- Η πρώτη αντίδραση του Λαμίν Γιαμάλ μετά τον τραυματισμό – Τι ανέβασε στο Instagram






