Θα ήταν αδύνατον να πιστέψει κανείς, αν δεν διάβαζε τα σχετικά κείμενα με τα ίδια του τα μάτια, πως θα μπορούσε ποτέ να συμπέσουν δύο συγγραφείς τελείως διαφορετικού, ή μάλλον ακριβώς αντίθετου πνευματικού, ιδεολογικού και αισθητικού προσανατολισμού, όπως ο έλληνας πεζογράφος (και σπουδαίος ζωγράφος) Φώτης Κόντογλου με τον γάλλο ποιητή, θεατρικό συγγραφέα, σκηνοθέτη και πολλά άλλα Ζαν Κοκτώ.
Δεν χρειαζόταν να έχει γράψει ο Κόντογλου όταν πέθανε ο Κοκτώ, στα 1963, σχεδόν ταυτόχρονα, με μιάμιση μέρα διαφορά, με τη φίλη του τραγουδίστρια Εντίθ Πιάφ πως «τι μπορεί να περιμένει κανείς από μιαν Ευρώπη (σημ. είχαν γραφεί άπειρα κείμενα στον ελληνικό και ευρωπαϊκό Τύπο γι’ αυτή τη διπλή αποδημία) που θρηνεί για τον θάνατο ενός κίναιδου και μιας πόρνης», για να αποκτήσουμε μια ζωηρή εικόνα – σε σχέση πάντα με τα γραπτά του – αυτού του μικρόσωμου ανατολίτη συγγραφέα, που παρά την υπογραμμισμένη οπισθοδρομικότητά του, αλλά το τεράστιο ταλέντο του, αμέριστη εισέπραττε την εκτίμηση και τον θαυμασμό από δημιουργούς όπως ο Καζαντζάκης, ο Τσαρούχης, ο Εγγονόπουλος, ο Μινωτής.
Ο Τσαρούχης, μάλιστα, έχοντας συνεργαστεί για κάποια χρόνια μαζί του, ομολογούσε πως υπήρξε ο σημαντικότερός του δάσκαλος, γράφοντας, μετά τον θάνατο του Κόντογλου, στα 1965, πως «μου έβαλε έναν κόμπο στα χέρια που ακόμη προσπαθώ να τον λύσω».
Τον έλυσε, δεν τον έλυσε, δεν έπαψε να ομνύει στη θεόρατη πλέον σκιά του Κόντογλου, ενώ δεν έκρυβε πόσο ευτυχής θα αισθανόταν, αν θα μπορούσε να γνωρίζει με ασφάλεια πως ο δημιουργός του «Πέδρο Καζάς» αναγνώριζε κι ενέκρινε όσα ο ίδιος ο Τσαρούχης είχε πράξει μετά τον θάνατό του. Μακρηγορήσαμε, αλλά όχι άσκοπα (ελπίζουμε), διαβάζοντας μιαν αποστροφή του Φώτη Κόντογλου, ως κατακλείδα σε επιφυλλίδα του στην «Ελευθερία», όταν ο Γκαγκάριν ταξίδεψε στο Διάστημα, πως «φτωχοί πήγαμε στο φεγγάρι, πτωχότεροι γυρίσαμε».
Δεν αποκλείεται μια τόσο βαρυσήμαντη ηθικά δήλωση, μέσα μάλιστα στους αλαλαγμούς που είχε προκαλέσει το σχετικό εγχείρημα, να οφείλονταν σε μια απάντηση σε ερώτηση που του έγινε ευθύς μόλις πάτησε το πόδι του, επιστρέφοντας στη Γη, ο Γκαγκάριν, ότι «πουθενά στο Διάστημα δεν συνάντησε τον Θεό».
Ηταν ή δεν ήταν η απάντηση, ο ίδιος ο Κόντογλου πάντως θα ήταν αδύνατον να φανταστεί ότι με την «εκτίμησή» του αυτή θα ισχυροποιούσε μια, έτσι ή αλλιώς, με αξιωματικό τρόπο προφερόμενη φράση του Ζαν Κοκτώ πως «Τα ωραιότερα ταξίδια τα έχω κάνει από το παράθυρό μου».
Οπως αδυνατεί κανείς ν’ αρνηθεί την ύπαρξη μιας συγκλονιστικής συγγένειας ανάμεσα στον γάλλο στοχαστή Μπλαιζ Πασκάλ (φτάνει να θυμηθεί τη ρήση του πως «όλη η δυστυχία του ανθρώπου προέρχεται από το γεγονός πως δεν μπορεί να παραμείνει για πάντα κλεισμένος μέσα σ’ ένα δωμάτιο») και τον Ζαν Κοκτώ, σε σχέση με τον σημειωμένο ήδη χαρακτηρισμό του για τα ταξίδια – όσο κι αν ο γάλλος συγγραφέας θ’ ανατρίχιαζε στην ιδέα ότι καταχωρίζεται στον ίδιο ιδεολογικοπνευματικό χώρο με τον Πασκάλ κι ο Κόντογλου θα σταυροκοπιόταν με τη «σύμπτωση» μ’ έναν, αν και θρησκευόμενο, «ύποπτο» ωστόσο στοχαστή, αφού δεν ήταν χριστιανός ορθόδοξος.
Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία πως όσο μεγάλες κι αν είναι ή φαντάζονται τις διαφορές ανάμεσά τους οι σημαντικοί δημιουργοί, επειδή ακριβώς παραμένουν αχειραγώγητοι, ως προς τις επιλογές και τα «πιστεύω» τους, υπόκεινται σ’ έναν κοινό παρονομαστή ώστε ένθεοι ή άπιστοι, ομοφυλόφιλοι ή ετεροφυλόφιλοι, έκδοτοι ή συντηρητικοί, οι συγγένειές τους, όσο ανορθόδοξες κι αν γίνονται αντιληπτές η μία σε σχέση με την άλλη, να αναδεικνύουν τελικά την κατίσχυση του ίδιου του πνεύματος. «Εν τω οίκω του πατρός μου αι μοναί πολλές εσίν».






