Η Tate Gallery του Λονδίνου διέθετε μια μάλλον μικρή συλλογή έργων του μοντέρνου κινήματος που, όμως, ήταν αρκετά συμπυκνωτική της ιστορίας της τέχνης. Λίγα έργα, αλλά χαρακτηριστικά.
Για λόγους πολεοδομικής ανάπτυξης της νότιας όχθης του Τάμεση και πολιτιστικού μάρκετινγκ, οι αρχιτέκτονες Herzog και de Meuron ανέλαβαν τον σχεδιασμό μιας νέας Πινακοθήκης σε παλιό βιομηχανικό κέλυφος. Από το 2000, η νέα μουσειακή εγκατάσταση συνομιλεί με όλες τις δομές τέχνης που παρακολουθούν τον παραποτάμιο ανασχεδιασμό. Η τέχνη σε αντικατάσταση της βιομηχανίας.
Οι πολιτιστικές χρήσεις προσφέρονται για αλλαγή περιεχομένου σε υποβαθμισμένες περιοχές, αφού το κοινό των τεχνών είναι συνήθως πιο τολμηρό και αδέσμευτο από συμβάσεις. Αυτή η πυκνή και παλλόμενη παραποτάμια ζώνη δημιουργεί μια δική της ενδοχώρα. Ομως, η διάσπαση της ιστορικής Tate, με τον αντιιστορικό και απλοϊκό τρόπο που έγινε, ξεχείλωσε τη μικρή συλλογή από έργα των βασικών τεχνοτροπιών, για να μπορέσει να τα συνδυάσει με νέες περιοδικές εκθέσεις.
Στην παλιά Tate-μάνα, που μετονομάστηκε σε Tate Britain, έμειναν πολύ λίγα σύγχρονα έργα που συνδυάστηκαν με αρκετά έργα του 17ου και 18ου αιώνα (μια πολύ ενδιαφέρουσα αλλά μη δίκαια φωτισμένη, από την ιστορία της τέχνης, περίοδος). Λιγότερο θέαμα για το μαζικό κοινό, ίσως και μια ερημιά. Αντίθετα η Tate Modern, η κόρη, απλώθηκε σε ένα κτίριο που την ξεπερνάει. Το κτίριο είναι το έκθεμα. Τα ισχνά εκθεσιακά συμβάντα ξεπερνώνται, από τους αδιάφορους θεατές, από την ισχυρή θέα του Λονδίνου και την υποβλητική ογκοπλαστική λειτουργία του μπετόν με τις υπέροχες «μνήμες» από τεράστια μεταλλικά υποστυλώματα. Μέσα στο ενεργητικό αρχιτεκτονικό κέλυφος, μια ισχνή συμπαράθεση από έργα της νεωτερικής «περιφέρειας» που παλεύουν να «νομιμοποιηθούν» δίπλα στα Ποπ Αρτ ή εξπρεσιονιστικά γεράματα.
Η Βρετανία, το μόνο που μπορεί να αποικίσει είναι ο εαυτός της. Δηλαδή, να «ακουμπήσει» το ιστορικό περιεχόμενό της, πάνω στο σημερινό της σώμα. Δεν είναι ακριβώς μεταμφίεση. Αλλά μια αγωνιώδης πλαστική χειρουργική με ισχυρά πολιτικά και πολιτιστικά στοιχεία. Η Βρετανία είναι συγχρόνως ανάμνηση και περιεχόμενο της ανάμνησης. Φεύγοντας το 2020 (με μια απολύτως αλλόκοτη πολιτική επιλογή) από την Ευρωπαϊκή Ενωση που της εξασφάλιζε μια στοιχειώδη αίσθηση ισχύος, που της εξασφάλιζε μια στρατηγική επιφάνεια, έχασε, ίσως, και τα τελευταία άλλοθι.
Μια μεσαία αποβιομηχανοποιημένη χώρα, που ζει από το χρηματιστηριακό «γύρισμα» διεθνών (ενίοτε σκοτεινών) χρημάτων και τον τουρισμό, ψάχνει διεθνές περιεχόμενο. Πουλάει καρό τραγιάσκες σε όποιον αναπολεί τα ταξί της Austin και τα κόκκινα διώροφα λεωφορεία AEC Routemaster· που συγκινείται ακόμα από τον Βαν Μόρισον και ακούει, Κυριακή βράδυ, Ελτον Τζον. Στους παγκόσμιους επαρχιώτες διαθέτει τα Harrods και fish and chips.
Ο ευρωατλαντισμός περνάει κρίση, επομένως και η «ειδική» σχέση του Λονδίνου με την Ουάσιγκτον. Με το Brexit, δεν ανήκει πλέον στην ΕΕ. Αρα, θα πρέπει να ζήσει μόνη της με τις αναμνήσεις; Μις Χάβισαμ; Αρκούν τα ροκ γεροντοπαλίκαρα για να συνθέσουν μια γιορτή;
Ο Στάρμερ μιλάει για επερχόμενο πόλεμο. Με ποιον εχθρό; Η Βρετανία διάβρωσε όλη της την οντότητα. Σιγά σιγά έπαψε να είναι ο (μικρός) στρατηγικός συνεργάτης των Αμερικανών και έγινε ο μη αναγκαίος που ψάχνει «γερμανοπολύγωνο» κλειδί για την προπέλα της φρεγάτας που έπρεπε να στείλει στις βάσεις στην Κύπρο. Η λύση της ταυτότητάς της; Αναγκαστικά σε μια γωνιά της ευρωπαϊκής αγωνίας. Το ανησυχητικό είναι ότι η Βρετανία, πάντοτε στην ιστορία, προεικόνιζε.
Ο Δημήτρης Σεβαστάκης είναι ζωγράφος, καθηγητής στην Σχολή Αρχιτεκτόνων Μηχανικών του ΕΜΠ






