Ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα της 12ης Απριλίου, η ΕΕ βγαίνει από τις ουγγρικές εκλογές χωρίς βιώσιμο σχέδιο για το μέλλον της χώρας. Για χρόνια, οι Βρυξέλλες στήριξαν ολόκληρη τη στρατηγική τους σε ένα και μοναδικό – αλλά απελπισμένο – στοίχημα: ο πρωθυπουργός της Ουγγαρίας, Βίκτορ Ορμπαν, θα απομακρυνόταν τελικά από την εξουσία μέσω εκλογών. Τώρα που ηττήθηκε, υπάρχει θεσμική ανακούφιση και ελπίδα ότι η χώρα θα διορθώσει την πορεία της. Εάν δεν είχε ηττηθεί, η Ευρώπη θα αντιμετώπιζε τη συνέχιση ενός δεκαπενταετούς κύκλου απειλών για την επιβολή όρων και νομικών διαφορών που δεν κατάφεραν να αλλάξουν την πορεία του καθεστώτος.
Με την αντιμετώπιση του Ορμπαν ως διοικητικού εμποδίου που χρήζει διαχείρισης και όχι ως υπαρξιακής απειλής που χρήζει αντιμετώπισης, οι ηγέτες της ΕΕ επέτρεψαν τη μετατροπή ενός εταίρου σε εχθρικό παράγοντα. Αυτή η εσωτερική υπονόμευση αποδεικνύει ότι η Ευρώπη χρειάζεται ένα δομημένο σχέδιο «επανεκδημοκρατισμού», το οποίο θα εστιάζει συγκεκριμένα στην αποφυγή της αυταρχικής αλλοίωσης των κρατών-μελών.
Ενώ η Ουγγαρία καθιστά αυτή την ανάγκη επείγουσα, το πρόβλημα δεν είναι μοναδικό. Η πρόσφατη ιστορία της Πολωνίας αποτελεί μια σοβαρή προειδοποίηση για το τι συμβαίνει όταν οι Βρυξέλλες εκλαμβάνουν ένα μεμονωμένο εκλογικό αποτέλεσμα ως πλήρη επιστροφή στη δημοκρατία. Οταν το εθνικιστικό κόμμα Νόμος και Δικαιοσύνη (PiS) της Πολωνίας έχασε την εξουσία τον Οκτώβριο του 2023, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αντέδρασε με θεσμική ευφορία. Ξεπάγωσε δισεκατομμύρια σε χρηματοδότηση σχεδόν αμέσως, υποθέτοντας ότι μια αλλαγή στην ηγεσία σήμαινε ότι το σύστημα είχε αποκατασταθεί. Αποδείχθηκε ότι επρόκειτο για μια πρόωρη εκτίμηση.
Η νέα κυβέρνηση στη Βαρσοβία κληρονόμησε ένα Συνταγματικό Δικαστήριο γεμάτο έμπιστους της προηγούμενης, έναν πρόεδρο που ασκούσε συστηματικά βέτο στη νομοθεσία και μια θεσμική αρχιτεκτονική ειδικά σχεδιασμένη για να επιβιώσει έπειτα από μια εκλογική ήττα. Δύο χρόνια μετά, η αποκατάσταση της δημοκρατίας στην Πολωνία παραμένει μερική και έντονα αμφισβητούμενη σε κάθε επίπεδο. Επειδή οι Βρυξέλλες ανακήρυξαν τη νίκη και αποσύρθηκαν αμέσως μόλις κερδήθηκαν οι εκλογές, η νέα κυβέρνηση αναγκάστηκε να πολεμήσει μόνη της ένα κράτος που βρισκόταν υπό κατάληψη. Αυτή η αποτυχία έφερε στο φως ένα σημαντικό κενό στα εργαλεία της ΕΕ για την προώθηση της δημοκρατίας. Η Ενωση διαθέτει καλά ανεπτυγμένα μέσα για την πρόληψη της υποχώρησης της δημοκρατίας, όπως οι διαδικασίες παράβασης και το Αρθρο 7 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ενωση.
Εντούτοις, δεν διαθέτει αντίστοιχα μέσα για τη στήριξη ενός κράτους-μέλους που προσπαθεί να αντιστρέψει αυτή την οπισθοδρόμηση. Η καταπολέμηση της δημοκρατικής διάβρωσης και η ανοικοδόμηση της δημοκρατίας δεν είναι το ίδιο πράγμα. Απαιτούν διαφορετικά εργαλεία, διαφορετικά χρονοδιαγράμματα και διαφορετικό είδος εμπλοκής από τις Βρυξέλλες. Το κύριο ζήτημα που οι ηγέτες της ΕΕ παραβλέπουν συστηματικά είναι ότι ο Ορμπαν δεν κατέλαβε απλώς τους ουγγρικούς θεσμούς. Τους ανοικοδόμησε νομικά για να εδραιώσει την εξουσία του πέρα από την εμβέλεια των εκλογών.
Ο Πέτερ Μαγιάρ θα κληρονομήσει ολόκληρη την αρχιτεκτονική του σκληρού συνταγματικού πόκερ και ένας ηττημένος Ορμπαν δεν θα είναι ένας εξουδετερωμένος Ορμπαν. Απαλλαγμένος από κυβερνητικούς περιορισμούς και υποστηριζόμενος από ρωσικούς πόρους και αμερικανική πολιτική επικουρία, θα έχει κάθε κίνητρο να χρησιμοποιήσει το «βαθύ κράτος» του, αποτελούμενο από πιστούς δικαστές και αξιωματούχους, για να βάλει εμπόδια στη συγκρότηση της νέας κυβέρνησης. Χωρίς εξωτερική υποστήριξη, μια κυβέρνηση Μαγιάρ θα μπορούσε να παραλύσει πριν προλάβει να αποδείξει ότι η δημοκρατική διακυβέρνηση λειτουργεί.
Ο Αλμπέρτο Αλεμάνο είναι ακαδημαϊκός, συγγραφέας και μία από τις κορυφαίες φωνές στον τομέα του εκδημοκρατισμού της ΕΕ. Είναι υπότροφος για θέματα Δημοκρατίας στο Πανεπιστήμιο Harvard, καθηγητής Jean Monnet στο HEC Paris και ιδρυτής του «The Good Lobby».






