Λίγες ώρες πριν, ο κόσμος ξύπνησε με μια αίσθηση ανακούφισης: ανακοινώθηκε κατάπαυση του πυρός. Ο κύριος υπεύθυνος ήταν ο Στρατάρχης Ασίμ Μουνίρ, αρχηγός των ενόπλων δυνάμεων του Πακιστάν, γνωστός στον Λευκό Οίκο ως «ο αγαπημένος στρατάρχης του Τραμπ». Πρόκειται για μια εύθραυστη εκεχειρία, αλλά ανοίγει ένα παράθυρο, μεσολαβημένο από μια χώρα σχετικά άγνωστη στην Ελλάδα, παρότι φιλοξενούσε για χρόνια τη δεύτερη μεγαλύτερη πακιστανική κοινότητα στην Ευρώπη, μετά το Ηνωμένο Βασίλειο.

Το Πακιστάν συνορεύει με το Ιράν και αποτελεί βασικό εταίρο ασφάλειας για την Τουρκία και τις χώρες του Κόλπου. Ως στρατιωτική δύναμη, παίζει και θα παίζει ρόλο στη Μέση Ανατολή. Το ερώτημα είναι πώς μπόρεσε το Ισλαμαμπάντ να παίξει ένα διαμεσολαβητικό ρόλο. Τα ΝΕΑ μίλησαν με τον Ράνα Ατάρ Τζάβεντ, κορυφαίο ειδικό του Πακιστάν για το Ιράν και ειδικό στην αντιτρομοκρατική πολιτική, με ισχυρούς δεσμούς στη διεθνή διπλωματία και το στρατιωτικό κατεστημένο στο Ισλαμαμπάντ.

Πώς το Πακιστάν πλησίασε τόσο το Ιράν όσο και τη Ουάσιγκτον, δεδομένου του ρήγματος στις σχέσεις μεταξύ των δυο χωρών για σειρά χρόνων; Τι άλλαξε με την προεδρία Τραμπ;

Ιστορικά, κάθε φορά που οι Ρεπουμπλικανοί είναι στην εξουσία, οι σχέσεις Πακιστάν–ΗΠΑ βελτιώνονται. Οι Δημοκρατικοί έχουν πιο ινδοκεντρική προσέγγιση, όπως φάνηκε επί Κλίντον και Ομπάμα. Δεν πιστεύω ότι η Κίνα είναι ο πυρήνας του ρήγματος. Από την ίδρυσή του, το Πακιστάν είχε φιλοδυτικό προσανατολισμό, αρχικά απέναντι στην ΕΣΣΔ. Μετά την εισβολή των Σοβιετικών στο Αφγανιστάν, το Πακιστάν βρέθηκε στην πρώτη γραμμή, διευκολύνοντας την αμερικανική προσέγγιση προς την Κίνα και στηρίζοντας την πολιτική Νίξον. Έπαιξε καθοριστικό ρόλο σε ό,τι θεωρείται κορυφαίο επίτευγμα εκείνης της προεδρίας.

Δεν υπήρξε διάλυση. Η σχέση μετατράπηκε από συμμαχία σε συναλλακτικό πλαίσιο. Μετά την πρώτη αποχώρηση των ΗΠΑ από το Αφγανιστάν στα τέλη της δεκαετίας του ’80, οι ΗΠΑ άφησαν πίσω τους τζιχαντιστές στρατολογημένους από τη CIA, εκπαιδευμένους και χρηματοδοτημένους από Σαουδική Αραβία και άλλους. Το Πακιστάν έμεινε να κάνει τη «βρόμικη δουλειά» της εκκαθάρισης.

Όταν η Ινδία απέκτησε πυρηνικά το 1998, η πίεση έπεσε στο Πακιστάν. Η 11η Σεπτεμβρίου έφερε στο προσκήνιο την Αλ Κάιντα και τον Οσάμα μπιν Λάντεν, που όλοι ήξεραν ότι ήταν προϊόν αμερικανικής πολιτικής. Τα Πακιστάν βρέθηκε στο στόχαστρο τότε, άδικα. Η εισβολή στο Ιράκ ενίσχυσε την αποσταθεροποίηση. Συνολικά, το να λέει κανείς ότι το Πακιστάν υποκίνησε την τρομοκρατία είναι να βλέπει τη χώρα μέσα από ινδικό φακό, κάτι που συχνά συμβαίνει με τους Δημοκρατικούς.

Το Πακιστάν δεν είχε επιθέσεις αυτοκτονίας πριν την 11η Σεπτεμβρίου. Μόνο την τελευταία πενταετία, έχασε 4.000 στρατιώτες από διάφορες παραστρατιωτικές τρομοκρατικές οργανώσεις (TTP, PLA). Το Αφγανιστάν παραμένει εκκολαπτήριο διεθνών τρομοκρατικών δικτύων.

Ωστόσο, η πρωταρχική δέσμευση του Πακιστάν ήταν πάντα προς τις ΗΠΑ. Οι στενότεροι δεσμοί με την Κίνα είναι πρόσφατοι, των τελευταίων 25–30 ετών. Το Ισλαμαμπάντ χρειαζόταν αμυντικό εταίρο. Όταν υφίστασαι εμπάργκο όπλων και δεν μπορείς να χρησιμοποιήσεις τα F-16 σου απέναντι στην Ινδία, χρειάζεσαι επιλογές. Δεν βλέπω αντίστοιχη κριτική προς την πολιτική της Ινδίας με τη Ρωσία, ίσως επειδή είναι μεγαλύτερη αγορά. Εστιάζοντας στο Πακιστάν, θα έλεγα ότι η πολιτική μας είναι συμπεριληπτική και όχι αποκλειστική.

Υπάρχει στενότερη σχέση μεταξύ του Στρατάρχη Μουνίρ και του Τραμπ. Πού βασίζεται αυτό; Στην προσωπική χημεία ή σε στροφή της πακιστανικής εξωτερικής πολιτικής;

Και τα δύο. Ο Στρατάρχης Μουνίρ δίνει στην Ουάσιγκτον αυτό που χρειάζεται. Η κινεζική επένδυση στην εξόρυξη σπάνιων γαιών στο Πακιστάν επέτρεψε στην Ουάσιγκτον να βρει μια εναλλακτική πηγή εφοδιασμού. Υπηρετώντας το εθνικό συμφέρον, ο Μουνίρ ανακατεύθυνε μέρος των εξαγωγών μας προς τις ΗΠΑ. Δεν είναι επιχειρηματίας, αλλά αυτή η πολιτική αποφέρει οικονομικά και διπλωματικά οφέλη.

Στη συνέχεια, το Πακιστάν εντάχθηκε στο Συμβούλιο Ειρήνης για τη διαχείριση της κρίσης στη Γάζα. Ως η μοναδική ισλαμική πυρηνική δύναμη – και η έκτη μεγαλύτερη στρατιωτική δύναμη στον κόσμο – αυτό είχε αξία για την Ουάσιγκτον. Κατά την τελευταία σύγκρουση με την Ινδία, όπου το Πακιστάν είχε το πάνω χέρι, αυτή η ισχύς ήταν ξεκάθαρη. Συνολικά, το Πακιστάν έχει καλό «βιογραφικό» για την Ουάσιγκτον.

Και πώς είναι η σχέση του Πακιστάν με το Ιράν;

Επί Σάχη στο Ιράν, υπό την ηγεσία του του Μπούτο στο Πακιστάν, αυτή η σχέση ήταν πλαισιωμένη από ένα πανισλαμικό κίνημα, με την υποστήριξη του βασιλιά Φαϊζάλ της Σαουδικής Αραβίας και του Ανουάρ Σαντάτ στην Αίγυπτο. Φυσικά, τότε ένας από τους στενότερους συμμάχους της Τεχεράνης ήταν το Ισραήλ.

Μετά την επανάσταση, το Πακιστάν αντιμετώπισε σοβαρό πρόβλημα: το Ισλαμαμπάντ αγκάλιαζε τη νεωτερικότητα, ενώ η Ισλαμική Δημοκρατία επιχειρούσε να εξάγει την επανάστασή, ενθαρρύνοντας και θρησκευτικές συγκρούσεις στο Πακιστάν. Η χώρα βρέθηκε ανάμεσα σε σουνιτικά κινήματα που χρηματοδοτούσε η Σαουδική Αραβία για τον πόλεμο στο Αφγανιστάν και σε σιιτική μαχητικότητα που υποστήριζε το Ιράν. Η απάντηση υπήρξε αποφασιστική, ιδιαίτερα επί Μουσάραφ. Οι οργανώσεις και από τις δύο πλευρές εξακολουθούν να υπάρχουν, αλλά έχουν τεθεί εκτός νόμου και οι ηγεσίες τους έχουν συλληφθεί, δικαστεί και φυλακιστεί.

Σήμερα τα πράγματα είναι διαφορετικά. Το Ιράν είχε στρατιωτική αντιπαράθεση με το Πακιστάν, χτυπώντας στόχους εντός Ιράν και το Πακιστάν απάντησε αντίστοιχα, φέρνοντας τις δύο χώρες στο χείλος της σύγκρουσης. Τώρα βλέπουμε το Πακιστάν από τη μια και την Τουρκία από την άλλη, να δηλώνουν δέσμευση στην ακεραιότητα του Ιράν. Πώς το εξηγείτε;

Το Πακιστάν βλέπει το Ιράν με επιφυλακτικότητα, καθώς η επαναστατική του ιδεολογία επηρεάζει τον Κόλπο, όπως φάνηκε στο Μπαχρέιν το 1996 ή με τη στήριξη των Χούθι στην Υεμένη. Το Ιράν έχει ιστορικό διεθνών δικτύων και ασύμμετρου πολέμου. Το Πακιστάν ξεκαθάρισε ότι οποιαδήποτε προσπάθεια στήριξης αντίστοιχων κινημάτων θα αντιμετωπιστεί δυναμικά. Το μήνυμα έχει ληφθεί. Το Πακιστάν δεν θέλει να γίνει μέρος ενός «αραβικού Ιράν» ή μιας «περσικής Αραβικής Χερσονήσου». Διατηρούμε ουδετερότητα, αλλά όταν χρειάζεται να πάρουμε θέση, αυτή είναι σαφής, ανεξαρτήτως κόστους.

Δεν είναι αλήθεια ότι στην πραγματικότητα η Τουρκία φοβάται την έκρηξη του κουρδικού ζητήματος, ενώ το Πακιστάν φοβάται το βαλουχικό ζήτημα, και ότι η διατήρηση της συνοχής του Ιράν είναι κρίσιμη για την ακεραιότητα και των δύο χωρών;

Δεν θα το έθετα έτσι. Το βαλουχικό ζήτημα δεν συγκρίνεται με το κουρδικό. Πρόκειται για μικρότερη ομάδα, με περιορισμένη διασπορά, μόνο μεταξύ Ιράν και Πακιστάν. Υπάρχουν βέβαια διοικητικές προκλήσεις. Η παστούνικη κυριαρχία στην περιοχή έχει προκαλέσει αντιδράσεις. Η περιοχή, πλούσια σε ορυκτά αλλά φτωχή, έχει γίνει πεδίο δράσης ξένων μυστικών υπηρεσιών που συχνά επιδιώκουν αποσταθεροποίηση. Οι Βαλούχοι είναι περήφανος λαός· ακόμη και ο Μέγας Αλέξανδρος υπέστη σοβαρές απώλειες περνώντας από εκεί.

Σήμερα υπάρχει περιθώριο συνεργασίας. Αν κάποιες φατρίες επιμένουν να σκοτώνουν στρατιώτες, θα αντιμετωπιστούν δυναμικά. Το Πακιστάν μπορεί να διαχειριστεί την πρόκληση μόνο του. Στην άλλη πλευρά των συνόρων, στο Ιράν, η κατάσταση είναι διαφορετική: η θεοκρατική σιιτική εξουσία έχει αποξενώσει τους σουνίτες Βαλούχους.

Το κουρδικό είναι διαφορετικό, καθώς το PKK και άλλες οργανώσεις αμφισβητούν την κυριαρχία (της Τουρκίας) και έχουν ιστορικό τρομοκρατίας.

Ας εστιάσουμε λίγο στις διαπραγματεύσεις. Πώς έγιναν; Υπήρξε διευκόλυνση με ξεχωριστές αντιπροσωπείες ή «διπλωματία του εκκρεμούς»;

Δεν υπήρξε αντιπροσωπεία. Ο Στρατάρχης Μουνίρ ηγήθηκε μιας διπλωματικής εκστρατείας που πέτυχε, εμπλέκοντας όχι μόνο το Ιράν και τις ΗΠΑ, αλλά και τη Σαουδική Αραβία, την Αίγυπτο και την Κίνα. Η συμμετοχή της Κίνας ως μέλους του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ ήταν σημαντική. Δεν συγκεντρώθηκαν όλοι σε μια αίθουσα· οι διπλωμάτες ήρθαν διαδοχικά για διαβουλεύσεις, ενώ πακιστανικές αποστολές επισκέφθηκαν τους εμπλεκόμενους. Υπήρξε ένας μαραθώνιος 60 ωρών για να αποφευχθεί μια κλιμάκωση της σύγκρουσης πέρα από τη φαντασία μας.

Η δημόσια ρητορική διαφέρει από την ουσία των διαπραγματεύσεων. Το ζήτημα είναι σαφές: το Ιράν πρέπει να σταματήσει να στοχοποιεί τους γείτονές του. Παρά το περιθώριο που του έδωσαν για χρόνια τα κράτη του Κόλπου – Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, Κουβέιτ, Μπαχρέιν, Κατάρ, Σαουδική Αραβία – ανταμείφθηκαν με άμεσες επιθέσεις. Τα Εμιράτα έχουν δεχθεί επιθέσεις όσο, αν όχι περισσότερο, από το Ισραήλ. Αυτό πρέπει να σταματήσει. Τα Στενά του Ορμούζ δεν ανήκουν στο Ιράν.

Τώρα έχουμε μια εκεχειρία, όχι ειρηνευτική συμφωνία. Τελείωσε ο ρόλος του Πακιστάν;

Ο ρόλος του Πακιστάν μόλις ξεκίνησε. Η γεωγραφική μας θέση βρίσκεται ανάμεσα στη Μέση Ανατολή και τη Νότια Ασία· μια ευλογία αλλά και μια κατάρα. Το Ισλαμαμπάντ έχει στρατηγικές σχέσεις με όλους τους γείτονές του, εκτός από την Ινδία. Ανοίγουμε το παράθυρο ευκαιρίας που δημιούργησε ο Στρατάρχης Μουνίρ.

Το Ιράν θέλει να συνεχίσει τον πόλεμο. Για εκείνο, πρόκειται για την προστασία της επανάστασης. Είναι μόνο του. Και αν σκέφτεται την «επόμενη μέρα», θα χρειαστεί ό,τι υποδομές έχουν απομείνει και πολλή καλή θέληση, που σήμερα δεν περισσεύει. Οι ΗΠΑ δεν έχουν ρίξει ακόμη όλα τα χαρτιά τους. Η σχέση παραμένει ασύμμετρη και η υπερδύναμη είναι οι ΗΠΑ. Αν συνεχιστεί η σύγκρουση, θα είναι εις βάρος του λαού και υπέρ των Φρουρών της Επανάστασης. Οι ισορροπίες μπορεί να αλλάξουν. Το Ιράν δεν μπορεί μονομερώς να αναμορφώσει την περιοχή.

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.
Στα Σχοινιά: Ουγγαρία, Όρμπαν, AfD και Τραμπ - Τι αλλάζει στην Ευρώπη