Το μακρινό 1949, η τότε ουγγρική κυβέρνηση, υπό την επιρροή της Σοβιετικής Eνωσης φυσικά, αποφάσισε να δημιουργήσει μια νέα βαριά βιομηχανική πόλη. Την έχτισε σχεδόν από το μηδέν γύρω από ένα εργοστάσιο χάλυβα, κάπου 70 χιλιόμετρα νότια της Βουδαπέστης, και την ονόμασε αρχικά Σταλινβάρος, «Πόλη του Στάλιν» – το 1961, ωστόσο, η πόλη μετονομάστηκε σε Ντουναούιβαρος, που σημαίνει στο περίπου «Νέα Πόλη στον Δούναβη».
Το χαλυβουργείο του Ντουναούιβαρος έγινε ένα από τα σημαντικότερα βιομηχανικά συγκροτήματα της χώρας, παράγοντας χάλυβα για εγχώρια χρήση και εξαγωγές. Eπειτα από την πτώση του κομμουνισμού, το 1989, ιδιωτικοποιήθηκε, πέρασε από διάφορες ιδιοκτησίες, αντιμετώπισε δυσκολίες, συνέχισε παρ’ όλ’ αυτά να απασχολεί χιλιάδες εργαζομένους. Μέχρι το 2022, οπότε τέθηκε για πρώτη φορά σε εκκαθάριση.
Ο Βίκτορ Ορμπαν είχε έτοιμο το αφήγημα. Επέρριψε την ευθύνη στον πόλεμο στην Ουκρανία, στις κυρώσεις κατά της Ρωσίας και στις «πράσινες» πολιτικές της Ευρωπαϊκής Ενωσης, υποσχόμενος ότι η παραγωγή θα ξαναρχίσει. Ομως η υποσχεθείσα επένδυση δεν ήρθε ποτέ και το εργοστάσιο οδηγήθηκε σε οριστική χρεοκοπία, αφήνοντας χιλιάδες εργαζομένους χωρίς δουλειά.
Πολλοί ντόπιοι κατηγορούν τον Ορμπαν ότι δεν ζήτησε τη βοήθεια των Βρυξελλών για την απανθρακοποίηση και διάσωση του εργοστασίου. Σε μια συγκέντρωση στο Ντουναούιβαρος τον περασμένο μήνα, ο Ορμπαν απέφυγε να αναφερθεί στο ταλαίπωρο χαλυβουργείο, προτιμώντας να επιτεθεί στην Ουκρανία και αφήνοντας τον τοπικό υποψήφιο να κάνει αισιόδοξες δηλώσεις περί νέων θέσεων εργασίας.
Μέρη όπως το Ντουναούιβαρος είναι που έκριναν τη μοίρα του Fidesz στις εκλογές της Κυριακής. Το κόμμα βασιζόταν για χρόνια σε ψηφοφόρους χαμηλότερων εισοδημάτων από μικρότερες πόλεις. Τη μεγαλύτερη δημοφιλία του την απολάμβανε τότε που μπορούσε να συνδυάζει τη ρητορική των «πολιτισμικών πολέμων» με μια υπόσχεση ευημερίας. Κάτι όμως η πανδημία, κάτι η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, κάτι και η διαβόητη διαφθορά του καθεστώτος που είχε εγκαθιδρύσει καθώς και οι εμμονές του Ορμπαν, η υπόσχεση διαψεύστηκε και ένα θρυλικό πλέον ρητό επαναβεβαιώθηκε: «Είναι η οικονομία, ανόητε».
Κανένας Τραμπ (και κανένας Πούτιν φυσικά…) δεν μπορούσε πια να σώσει τον ούγγρο πρωθυπουργό, πόσω μάλλον αφού οι πολιτικές που εφαρμόζει ο αμερικανός πρόεδρος στη δεύτερη θητεία του, οι δασμοί, οι απειλές, οι πόλεμοι, έχουν επιβαρύνει σημαντικά το οικονομικό περιβάλλον στην Ευρώπη. Θα μπορούσε λοιπόν να πει κανείς πως η στήριξη που προσέφερε προεκλογικά ο Τραμπ στον Ορμπαν αποδείχθηκε το φιλί του θανάτου. Και πως η πολιτική μοίρα του Ορμπαν είναι και μια προειδοποίηση για το ρίσκο μιας υπερβολικής εγγύτητας με τον Τραμπ. Σωστά;
Την αποκάλυψη την έκαναν, παραμονές των εκλογών στην Ουγγαρία, οι New York Times: μια δωρεά ξένου χάλυβα αξίας δεκάδων εκατομμυρίων δολαρίων εξασφάλισε ο Λευκός Οίκος από την AcelorMittal για το διαβόητο ballroom, την αίθουσα χορού που κατασκευάζει ο Τραμπ εκεί όπου ήταν άλλοτε η Ανατολική Πτέρυγα του Λευκού Οίκου. Οπου AcelorMittal, η δεύτερη μεγαλύτερη χαλυβουργία παγκοσμίως, μια πολυεθνική εταιρεία η οποία προέκυψε το 2006 από συγχώνευση της λουξεμβουργιανής Acelor με την ινδοβραζιλιάνικη Mittal Steel, και διατηρεί πάντα την έδρα της στο Λουξεμβούργο – χώρα που «χτίστηκε» γύρω από τον χάλυβα, για να αποτελέσει, στη συνέχεια, ιδρυτικό μέλος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ανθρακα και Χάλυβα.
Ο ίδιος ο Τραμπ είχε μιλήσει για τη δωρεά τον περασμένο Οκτώβριο: μια «μεγάλη χαλυβουργία» τον είχε, σύμφωνα με τα λεγόμενά του, προσεγγίσει, θέλοντας να προσφέρει ένα δώρο για τη διευκόλυνση του έργου. «Μου είπε: “Θα ήθελα να δωρίσω τον χάλυβα για την αίθουσα χορού σας, σερ”», αφηγήθηκε. «Και εγώ είπα: “Ουάου, αυτό είναι πολύ ευγενικό”. Και μετά σκέφτηκα – “πόσο κοστίζει άραγε ο χάλυβας;”. Πήρα τον εργολάβο και τον ρώτησα. “Κοστίζει 37 εκατομμύρια δολάρια, σερ”. Και τότε είπα: “Ωραία δωρεά, δεν νομίζετε;”». Εντελώς, μα εντελώς τυχαία, ο Λευκός Οίκος προχώρησε λίγες ημέρες αργότερα σε αλλαγές στη δασμολογική πολιτική του, οι οποίες ενδέχεται να ωφελήσουν την ArcelorMittal, μειώνοντας στο μισό τους δασμούς που επιβάλλονται στις εξαγωγές χάλυβα για την αυτοκινητοβιομηχανία από το εργοστάσιο που διατηρεί στον Καναδά.
Η αποκάλυψη των New York Times περί χρήσης ξένου χάλυβα στον Λευκό Οίκο πυροδότησε, όπως αναμενόταν, πολλές αντιδράσεις, τόσο από τους Δημοκρατικούς όσο και από ενώσεις που εκπροσωπούν τις αμερικανικές χαλυβουργίες και τους εργαζομένους – πόσω μάλλον αφού ο Τραμπ είχε υποσχεθεί την αναβίωση της εγχώριας βιομηχανίας. Αλλο είναι όμως το θέμα μας εδώ: η Ευρώπη χτίστηκε, ακριβώς, για να «αποπολιτικοποιήσει» τον χάλυβα, να βγάλει τον χάλυβα και τον άνθρακα από το παιχνίδι της εθνικής ισχύος και να τους θέσει σε ένα υπερεθνικό, κοινό πλαίσιο, να βάλει κανόνες πάνω από τα κράτη. Ομως ο χάλυβας δεν έφυγε ποτέ από την πολιτική, απλά άλλαξε επίπεδο. Αυτό που η Ευρώπη προσπάθησε να αποσυνδέσει – τη βιομηχανία από την εξουσία – επιστρέφει από την πίσω πόρτα.
Οσο ανακουφιστική, όσο καλοδεχούμενη και αν είναι η ήττα του Βίκτορ Ορμπαν τις σκοτεινές μέρες που διανύουμε, στην Ευρώπη ιστορίες και «Ιστορίες» σπάνια τελειώνουν όταν και όπως θα το θέλαμε.






