Η «Δεσποινίς Τζούλια» του Αυγούστου Στρίντμπεργκ, γραμμένη το 1888, δεν ξεκίνησε τη σκηνική καριέρα της ως ένα καλοδεχούμενο θεατρικό έργο. Απαγορευμένο στη Σουηδία ως το 1939, είχε ενοχλήσει εξαρχής εκθέτοντας ενώπιον του κοινού μια σύγκρουση κοινωνική και πολιτική, όχι μόνο ανάμεσα στα δύο φύλα αλλά και σε κάθε μορφή εξουσίας. Στην εξέλιξη του δράματος, ο σουηδός θεατρικός συγγραφέας ήξερε πώς να οδηγεί τους ήρωές του στα άκρα, εναλλάσσοντας τον ισχυρό με τον αδύναμο. Από σκηνή σε σκηνή, εξουσιαστής και εξουσιαζόμενος γίνονται θύματα ο ένας του άλλου αλλά και των εαυτών τους.
Μεταγράφοντας το κείμενο, ελεύθερα βασισμένο στο πρωτότυπο, ο Θωμάς Μοσχόπουλος προβαίνει σε βασικές αλλαγές – τομές, διατηρώντας συγχρόνως αυτούσια την ουσία της αναμέτρησης. Η πρώτη αλλαγή αφορά τα τρία πρόσωπα του έργου: αντικαθιστά την κόρη του κόμη, τη δεσποινίδα Τζούλια, με τον γιο του, τον κύριο Ζυλ. Ο μορφωμένος και πολυταξιδεμένος υπηρέτης του κόμη, Ζαν, παραμένει, όπως και η μνηστή του, η υπηρέτρια Κριστίν. Η δεύτερη έρχεται ν’ αλλάξει το ιστορικό περιβάλλον, το οποίο και τοποθετεί, όχι τυχαία, στην Ευρώπη του Μεσοπολέμου. Μια εποχή βαθιάς παρακμής, γεμάτη κρίσεις, χωρίς κανόνες, μια εποχή όπου το παλιό με το νέο συγκρούονται, χωρίς ξεκάθαρους στόχους.
Διατηρώντας τον ίδιο σκηνικό τόπο, «Ο κύριος Ζυλ» εξελίσσεται μέσα στην κουζίνα του πύργου, όπου ζει και εργάζεται το υπηρετικό προσωπικό. Είναι ο χώρος όπου βρίσκουν καταφύγιο οι κρυφοί πόθοι, οι επιθυμίες, καθετί απαγορευμένο. Ανάμεσα στα σκεύη και τα γεύματα, πάνω στον πάγκο, οι εραστές βιώνουν τα ανομολόγητα πάθη τους. Κι αν φαινομενικά η παράσταση του Μοσχόπουλου ενδέχεται να «σοκάρει» με τον έρωτα (και το σεξ) ανάμεσα στους δύο άντρες, το αποτέλεσμα ανατρέπει κάθε αναστολή: γιατί η πάλη και ο ανταγωνισμός ανάμεσα στους ανθρώπους για επιβολή και εξουσία δεν έχουν ούτε φύλο ούτε αισθήματα. Είναι βίαια από πρόθεση.
Ποιητικά δοσμένα, χωρίς καμία προκλητική διάθεση, τόσο το κείμενο όσο και η σκηνοθεσία αναδεικνύουν από τη μια πλευρά την προβληματική του Στρίντμπεργκ κι από την άλλη την αγωνία του σύγχρονου ανθρώπου μπροστά στα μεγάλα ερωτήματα. Ηθική, δίκαιο, εκμετάλλευση, εναλλαγή ρόλων, κοινωνικά στερεότυπα γίνονται όλα αφορμές και αιτίες για ενδοσκόπηση. Ο ταξικός αγώνας μπλέκεται με την επιθυμία, την έλξη και την ανάγκη για εξουσία – προσωπική και κοινωνική.
Οι ηθοποιοί
Οι τρεις νέοι ηθοποιοί δίνουν σάρκα και οστά, καταθέτουν ψυχή και σώμα, με ερμηνείες που όχι μόνο υποστηρίζουν αλλά και ενδυναμώνουν το αποτέλεσμα: ο Γιάννης Καράμπαμπας (Ζαν), ο Νίκος Κοσώνας (κύριος Ζυλ), η Θεόβη Στύλλου (Κριστίν) βυθίζονται στον κόσμο του «Κυρίου Ζυλ», ακολουθούν τις μεταπτώσεις και τις διακυμάνσεις των ηρώων τους και αποτυπώνουν την αλήθεια, την ποίηση και την ομορφιά, μια ομορφιά που δεν έχει φύλο. Με την υπογραφή του Βασίλη Παπατσαρούχα στο σκηνικό τοπίο και την ενδιαφέρουσα χρήση του βίντεο, η παράσταση διαθέτει υψηλή αισθητική, όχι μόνο στην όψη της αλλά και στην ουσία της, ως το μεδούλι.
Κλείνοντας, δεν μπορώ να μην επισημάνω ότι ο Θωμάς Μοσχόπουλος, αυτός ο ανήσυχος σκηνοθέτης σε διαρκή εξέλιξη (Αμόρε – Μικρή και Μεγάλη Πόρτα – Επίδαυρος – εξωτερικό), με τον «Κύριο Ζυλ» (μετά και τα πιο πρόσφατα «Περιμένοντας τον Γκοντό» – Πόρτα, «Ο επιθεωρητής» – ΘΟΚ, «Αυτός που έκλεψε τη μέρα και πλήρωσε τη νύχτα» – Βασιλάκου) εγγράφεται στους λίγους πλέον και εξαιρετικά σημαντικούς δημιουργούς του θεάτρου μας. Πατώντας στο κλασικό αποτυπώνει το σύγχρονο πρόσωπο της εποχής μας και με έναν δημιουργικό τρόπο εμπλουτίζει τη σκηνή και με νέα κείμενα. «Ο κύριος Ζυλ» είναι ένα ξεκάθαρο δείγμα.






