Στις χώρες του ευρωπαϊκού νότου, ήταν πάντα τα πρόσωπα που είχαν σημασία – ο ηγέτης προηγούνταν του κομματικού μηχανισμού, του οχήματος, δηλαδή, ανάληψης της εξουσίας και εφαρμογής πολιτικής. Η Ελλάδα δεν ήταν η εξαίρεση, αλλά ο κανόνας: ήταν πρώτα η προσωπικότητα του Ανδρέα Παπανδρέου και μετά το ΠΑΣΟΚ, πρώτα η ευγλωττία και το όνομα του Κώστα Καραμανλή και μετά η ΝΔ, πρώτα η γοητεία του Αλέξη Τσίπρα και μετά ο άγνωστος ΣΥΡΙΖΑ. Ετσι συνέβη και το 2019: ο Κυριάκος Μητσοτάκης και η δική του υπόσχεση για κανονικότητα και μεταρρυθμίσεις ήταν αυτό που τράβηξε τους ψηφοφόρους του Κέντρου και της Κεντροδεξιάς, όχι η ηττημένη ΝΔ που μέσα σε λίγους μήνες είχε χάσει δύο εκλογικές αναμετρήσεις και ένα δημοψήφισμα. Αν όμως είναι το πρόσωπο που «τραβάει» στα καλά, είναι αυτό που βουλιάζει και στα άσχημα. Ολες οι πλευρές, άρα, ξέρουν ποιον πρέπει να στοχεύσουν για να πετύχουν τον σκοπό τους.
Καταλληλότερος ο «Κανένας»
Το προνόμιο του Μητσοτάκη, την τελευταία επταετία, είναι ότι οι προσωπικοί του δείκτες είναι υψηλοί – στην καταλληλότητα, ο Πρωθυπουργός είτε είναι πρώτος είτε χάνει μόνο από τον «Κανένα», γεγονός που επιβεβαιώνεται και από την τελευταία δημοσκόπηση της Metron Analysis για το Mega, στην οποία παίρνει 28%, με τον «Κανέναν» στο 31% και τον επόμενο πολιτικό αρχηγό στο μονοψήφιο. Αυτό, εκτιμούν στην αντιπολίτευση, βοηθάει το αφήγημα της κυβέρνησης για ένα ιδιότυπο «ΤΙΝΑ» (There is No Alternative – Δεν υπάρχει Εναλλακτική). Και αυτό το ατού πλέον χτυπούν, διαπιστώνοντας, μέσα από μια σειρά σκανδάλων, πως το προφίλ του Μητσοτάκη δεν είναι άτρωτο.
Καθόλου τυχαία, το ΠΑΣΟΚ έχει προσωποποιήσει τις επιθέσεις του: ο Πρωθυπουργός το τελευταίο διάστημα περιγράφεται ο ίδιος με μελανά χρώματα, είτε, όπως είπε ο Νίκος Ανδρουλάκης, ως «εκβιαζόμενος» από τον Ταλ Ντίλιαν για την υπόθεση των υποκλοπών, ως «εντολέα του παρακράτους», ως «συνώνυμο του βαθέος κράτους, του ρουσφετιού, της διαφθοράς και της ατιμωρησίας και ως «αυτοκράτορα» που θεωρεί πως μπορεί αν διορίζει υπουργούς, βουλευτές και την ηγεσία της Δικαιοσύνης κατά το δοκούν. Η κριτική αφορά και το πρόσωπο, αλλά και το αφήγημα του μεταρρυθμιστή κεντρώου, που εκτείνει την εμβέλειά του πέρα από τα όρια της παράταξής – στη Χαριλάου Τρικούπη ξέρουν πως αν το μήνυμά τους εμπεδωθεί, μπαίνουν με αξιώσεις στον χώρο του Κέντρου, στην τελική ευθεία για τις επόμενες εθνικές κάλπες. Γι’ αυτό και ο Ανδρουλάκης επιλέγει πια τις μετωπικές συγκρούσεις – με κορύφωση τη συζήτηση για το κράτος δικαίου την επόμενη εβδομάδα.
Και στην αντιπολίτευση, όμως, το πρόσωπο είναι το ζητούμενο. Σε αντίθεση με τον Μητσοτάκη, τα προσωπικά νούμερα του Ανδρουλάκη παραμένουν χαμηλά – στην ίδια δημοσκόπηση της Metron Analysis, ο δείκτης καταλληλότητας του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης είναι μόλις στο 5%. Αυτά τα ποσοστά εκμεταλλεύονται στο Μέγαρο Μαξίμου, σχεδόν εξόφθαλμα: «Πάντα πίστευα ότι είναι παντελώς ανεπαρκής για το αξίωμά του», ανέφερε μόλις την περασμένη Τετάρτη σε ανάρτησή του ο Αδωνις Γεωργιάδης, ενώ σχεδόν σε κάθε μπρίφινγκ των πολιτικών συντακτών ο Παύλος Μαρινάκης φροντίζει να διαχωρίζει «το ΠΑΣΟΚ του Νίκου Ανδρουλάκη» από το σκέτο ΠΑΣΟΚ, κατηγορώντας το πρώτο για λαϊκίστικη στροφή και για μετατροπή σε «πράσινο ΣΥΡΙΖΑ».
Παρότι στο πασοκικό στρατόπεδο επισημαίνουν πως ο Ανδρουλάκης δεν είναι πρόσωπο γνωστό στην κεντρική σκηνή εδώ και δεκαετίες και πως κανείς στη θέση του δεν είχε μεγαλύτερο ποσοστό στον συγκεκριμένο δείκτη, χωρίς να έχει βρεθεί σε κυβερνητικό σχήμα στο παρελθόν, είναι εμφανές πως στη Χαριλάου Τρικούπη έχουν αντιληφθεί το πρόβλημα. Και επιχειρούν να το διορθώσουν και σε επίπεδο επικοινωνιακό, έχοντας στήσει μια καινούργια καμπάνια στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης που στηρίζεται στην παρουσία του Ανδρουλάκη, αλλά και σε επίπεδο κοινοβουλευτικών αντιπαραθέσεων – μετά το συνέδριο του ΠΑΣΟΚ, που έπαψε μέχρι τις εκλογές και τους ψιθύρους για την όποια αμφισβήτησή του εντός, ο Ανδρουλάκης εμφανίστηκε στη Βουλή με άλλη ρητορική και πολύ πιο σκληρή γλώσσα απέναντι στην κυβέρνηση.
Μάχη Ανδρουλάκη με Τσίπρα
Η μάχη που δίνει ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ, βέβαια, δεν είναι μόνο αυτή με τον Μητσοτάκη. Με βάση τα ποσοστά του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης και με εχέγγυο τις δικές του προσωπικές αντιπαραθέσεις με τον Μητσοτάκη κινείται και ο Αλέξης Τσίπρας. Ο οποίος αυτή τη στιγμή κόμμα δεν έχει, αλλά θέλει να εκπροσωπήσει την πλειοψηφία του προοδευτικού χώρου, πριν στρέψει την προσοχή του στη μάχη με τη ΝΔ. Πρώτος του αντίπαλος, επομένως, είναι άλλος – και επειδή το ποσοστό του ΠΑΣΟΚ (και το απόθεμα στελεχών του) είναι τέτοιο που δεν αφήνει να «προχωρήσει» το επιχείρημα περί «φθαρμένου χώρου», αναπόφευκτα η αντιπαράθεση θα έρθει σε επίπεδο προσώπου. Εκεί, ο Τσίπρας έχει με το μέρος του τις έρευνες με τις θετικές απαντήσεις που τον αφορούν στο ερώτημα «ποιος μπορεί να κερδίσει τον Μητσοτάκη», ο Ανδρουλάκης όμως έχει ως εφόδιο την πιο τοξική πλευρά που αναγνωρίζεται στον Τσίπρα τουλάχιστον από το μεγαλύτερο κομμάτι της πασοκικής βάσης – και έτσι του επιστρέφει το σχόλιο για τα φθαρμένα υλικά, με δεδομένες και τις ήττες που υπέστη ο πρώην πρωθυπουργός, αλλά και τα όσα συνέβησαν στο κόμμα του από τη στιγμή της παραίτησής του και μετά.
Το βασικό πρόβλημα με το πρόσωπο Τσίπρα, για το ΠΑΣΟΚ, είναι άλλο: το ανοιχτό ενδεχόμενο συγκυβέρνησης μετά την κάλπη, παρά τις προϋποθέσεις που τίθενται από τα πασοκικά στελέχη (το ΠΑΣΟΚ, δηλαδή, να είναι πρώτο στην κάλπη και να υπάρξει συμφωνία πάνω στη βάση του προγράμματος του κόμματος). Μετά την τελευταία συνέντευξη Τσίπρα (ΑΝΤ1), δεν υπάρχει πρόσωπο εντός του ΠΑΣΟΚ που δεν έρχεται αντιμέτωπο δημόσια με το ίδιο ερώτημα: θα συγκυβερνήσετε με αυτόν που αποκάλυψε πως έπρεπε να έχουν επιβληθεί capital controls από τον Ιανουάριο του 2015; Και σε αυτό, η απάντηση Ανδρουλάκη χτυπούσε και πάλι στην αξιοπιστία του προσώπου Τσίπρα – «Οικονομικά αυτά που λέει είναι αδιανόητα κι επικίνδυνα. Αλλά κι ένα άλλο θέμα. Είχε πει στον λαό για να πάρει την ψήφο του και το 36% ότι θα έκλεινε τις τράπεζες τη Δευτέρα; Εδώ υπάρχει θέμα δημοκρατικής ενσυναίσθησης».






