Ο Κυριάκος Μητσοτάκης θεωρείται – για κάποιον λόγο – ως μεθοδικός πολιτικός που βαδίζει βάσει σχεδίου. Είναι περίεργο που αυτό το σχέδιο, τουλάχιστον ως προς την καταπολέμηση της διαφθοράς, δεν πέτυχε επί επτά σχεδόν χρόνια αλλά και ότι κάθε φορά που ο Πρωθυπουργός αντιμετωπίζει ένα σκάνδαλο «χρόνιας παθογένειας», με παθογόνο αίτιο όμως πάντοτε την κυβέρνηση και τους βουλευτές του, εμφανίζει ένα καινούργιο «σχέδιο» που κανείς δεν ήξερε ότι σχεδίαζε.
Ετσι χθες παρουσίασε το «ασυμβίβαστο υπουργού – βουλευτή».
Η αντικατάσταση του βουλευτή που υπουργοποιείται θα αναστρέφεται όταν χάνει το υπουργικό αξίωμα. Αυτό θα έχει ως πρακτική συνέπεια ότι κάθε σχηματισμός ή ανασχηματισμός κυβέρνησης θα συνεπάγεται αλλαγή της σύνθεσης του κοινοβουλίου και θα δημιουργεί μια μεγάλη ομάδα βουλευτών (σήμερα πάνω από το ¼ της ΚΟ της ΝΔ) οι οποίοι θα είναι όμηροι της πρωθυπουργικής εξουσίας, αφού αυτός θα μπορεί ανά πάσα στιγμή να «ανακαλέσει» στη βουλευτική έδρα τους υπουργούς που αντικατέστησαν οι βουλευτές αυτοί, δηλαδή να μεταβάλει τη σύνθεση της Βουλής κατά την απόλυτη εξουσία του. Θα αυξήσει ακόμη περισσότερο την πρωθυπουργική εξουσία, η οποία πλέον θα οικειοποιείται εξουσίες ακόμη και του εκλογικού σώματος.
Ο Πρωθυπουργός είπε ότι η «μεταρρύθμιση» αυτή θα εφαρμοστεί μετά τις εκλογές του 2027 και αφού «διαβουλευτεί» με την κοινωνία, χωρίς να κάνει την παραμικρή αναφορά σε αναθεώρηση του Συντάγματος. Μπορεί να θεσπιστεί ασυμβίβαστο υπουργού – βουλευτή με νόμο, χωρίς βέβαια δυνατότητα του υπουργού να επανέλθει στη Βουλή. Αλλά αυτό δεν χρειάζεται καν νόμο, μπορεί να το κάνει και σήμερα, αφού το βρίσκει τόσο καλή ιδέα. Η επάνοδος, όμως, απαιτεί συνταγματική αναθεώρηση κι εδώ ο Πρωθυπουργός δεν μας εξήγησε, αν γνωρίζει βέβαια, τι εννοεί. Θα το κάνει χωρίς αναθεώρηση, μόνος του; Ή με αναθεώρηση, η οποία όμως δεν μπορεί να ολοκληρωθεί από την παρούσα Βουλή και αν γίνει από την επόμενη, δεν θα μπορεί να καταλάβει τους βουλευτές που θα εκλεγούν σ’ εκείνη τη Βουλή. Αρα για πότε μιλάμε;
Ηδη οι Ηρακλείς του Στέμματος ξεχύθηκαν στη δημόσια σφαίρα αποθεώνοντας τη «θεσμική τομή» και προβάλλοντας το παράδειγμα της Γαλλίας. Στη Γαλλία, όμως, έχουμε ένα εντελώς διαφορετικό συνταγματικό περιβάλλον. Εκεί υπάρχει πράγματι ασυμβίβαστο και αναπλήρωση, με τις εξής όμως καίριες διαφορές: ο βουλευτής εκλέγεται ταυτόχρονα με συγκεκριμένο αναπληρωτή σε κοινό ψηφοδέλτιο και σε μονοεδρικές περιφέρειες.
Ο ψηφοφόρος γνωρίζει εκ των προτέρων και εξουσιοδοτεί τον αναπληρωτή. Η Γαλλία είναι προεδρική δημοκρατία. Οι υπουργοί διορίζονται από τον πρόεδρο της Δημοκρατίας, ο οποίος εκλέγεται άμεσα από τον λαό και δεν εξαρτάται από τη Βουλή, σε αντίθεση με την Ελλάδα όπου ο πρωθυπουργός που επιλέγει τους υπουργούς εκλέγεται από τη Βουλή και εξαρτάται άμεσα από αυτήν. Και τέλος, το ασυμβίβαστο ισχύει και για τον πρωθυπουργό, ο οποίος επιλέγεται από τον πρόεδρο της Δημοκρατίας. Μπορεί αυτό να εφαρμοστεί σε μια αμιγώς κοινοβουλευτική δημοκρατία όπως η δική μας ή, αντί να συμβάλει στη διάκριση των εξουσιών, όπως με ελαφρότητα διατείνονται οι υποστηρικτές του, θα κάνει ακόμη πιο συγκεντρωτικό το πρωθυπουργικοκεντρικό σύστημά μας;
Τα Συντάγματα δεν είναι «λίθοι, πλίνθοι, κέραμοι», αποτελούν σύνολα διατάξεων που πρέπει να έχουν εσωτερική συνοχή και λειτουργικότητα. Μια διάταξη που στο Σύνταγμα της Γαλλίας μπορεί να λειτουργεί, σε ένα διαφορετικό μπορεί να είναι καταστροφή. Εξάλλου τα έχει πει ο ίδιος: «Δεν υπάρχει κανένα κοινοβουλευτικό σύστημα το οποίο να έχει ασυμβίβαστο υπουργού και βουλευτή. Αυτά τα συστήματα παραπέμπουν σε προεδρικά συστήματα. Κι επειδή ο πυρήνας του πολιτεύματός μας δεν μπορεί να αλλάξει, διαφωνώ με το ασυμβίβαστο».
Κι επί της ουσίας, μπορεί κάποιος να μας πει πώς ακριβώς το ασυμβίβαστο συνέβαλε στη λειτουργία της δημοκρατίας στη Γαλλία και ειδικότερα στην καταπολέμηση της διαφθοράς, που είναι το θέμα μας; Ή, έστω, πώς φαντάζεται ότι θα λειτουργήσει εδώ; Οι ερευνώμενοι για το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ ήταν στην πλειοψηφία τους βουλευτές που δεν ήταν υπουργοί. Τι κερδίσαμε; Ή, από την άλλη, τι θα γινόταν αν η κυρία Αραμπατζή π.χ. είχε πάψει να είναι βουλευτής, αλλά θα σκόπευε στην επανεκλογή της και θα επέστρεφε στη θέση της αν έπαυε να είναι υπουργός; Δεν θα είχε κίνητρο «ρουσφετιών»; Και ποιο το πλεονέκτημα αν είχε αντικατασταθεί ο κ. Τσιάρας π.χ. και τώρα που ελέγχεται έφευγε από υπουργός και ξαναγινόταν βουλευτής;
Κάθε «θεσμική τομή» της κυβέρνησης αυτής γίνεται κατόπιν εορτής, χωρίς καμιά προετοιμασία, καμιά συνέπεια, χωρίς περίσκεψη, αλλά και χωρίς αιδώ, μόνο για την επικοινωνιακή αντιμετώπιση των κρίσεων. Κι αυτή η θεσμική ελαφρότητα μας έφερε σ’ αυτό το χάλι.
Ο Αντύπας Καρίπογλου είναι δικηγόρος
- «Να γίνουμε φορείς του φωτός και της ειρήνης, όπου κι αν βρισκόμαστε»: Το αναστάσιμο μήνυμα ελπίδας από τον Αρχιεπίσκοπο Ιερώνυμο
- Η κεφαλιά του Μαυροπάνου ψηφίστηκε γκολ του μήνα από τους φιλάθλους της Γουέστ Χαμ
- Ακόμα πιο ακριβό το πανάκριβο πετρέλαιο: Νέα αύξηση στην τιμή μετά τις επιθέσεις στο νησί Χαργκ






