Στα 2 εκατ. βαρέλια πετρελαίου θα είναι η συμμετοχή της Ελλάδας από τα στρατηγικά αποθέματα έκτακτης ανάγκης που διατηρεί ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας (ΙΕΑ), μέλος του οποίου είναι και η Ελλάδα. Οι 32 χώρες-μέλη του ΙΕΑ αποφάσισαν να διοχετεύσουν στην παγκόσμια αγορά, σταδιακά έως το τέλος Μαρτίου, συνολικά 411,9 εκατομμύρια βαρέλια σε μια προσπάθεια να δημιουργήσουν ένα ανάχωμα στην άνοδο των τιμών που αυξάνονται ταχύτατα.
Το Σάββατο η τιμή του αργού πετρελαίου έκλεισε στις διεθνείς αγορές στα 112 δολάρια το βαρέλι, ενώ μία ημέρα νωρίτερα, την Παρασκευή, ο επικεφαλής του IEA Φατίχ Μπιρόλ προειδοποίησε ότι μπορεί να χρειαστούν έως και έξι μήνες για να αποκατασταθούν οι ροές πετρελαίου και φυσικού αερίου από τον Κόλπο, επισημαίνοντας ότι ο κόσμος βρίσκεται αντιμέτωπος με αυτό που θα μπορούσε να είναι η πιο σοβαρή ενεργειακή κρίση στην Ιστορία ακόμα και από αυτή του ’70. Ωστόσο θετικό είναι ότι οι χώρες του ΙΕΑ είναι σε θέση να απελευθερώσουν, εφόσον αυτό καταστεί αναγκαίο, και άλλα αποθέματα, με τα συνολικά αποθέματα που ο ΙΕΑ διαθέτει να ανέρχονται σε περίπου 1,4 δισ. βαρέλια.
Δεν υπάρχει θέμα
Στην Ελλάδα τα στρατηγικά αποθέματα πετρελαιοειδών που διατηρούνται προκειμένου να καλυφθεί η διεθνής υποχρέωση αλλά και η επάρκεια της χώρας αφορά αποθέματα 90 ημερών τα οποία εκτιμώνται σε περίπου 30 – 35 εκατομμύρια βαρέλια. Μάλιστα σύμφωνα με τους εκπροσώπους της αγοράς (διυλιστήρια και εταιρείες εμπορίας) και παρά τις γεωπολιτικές εντάσεις στη Μέση Ανατολή και τις διαταραχές στις παγκόσμιες εφοδιαστικές αλυσίδες, η τροφοδοσία της εγχώριας αγοράς εξελίσσεται ομαλά εξασφαλίζοντας σταθερότητα ως προς την επάρκεια. Πηγές από την πλευρά των διυλιστηρίων έλεγαν ότι αναφορικά με τον εφοδιασμό τα στρατηγικά αποθέματα καλύπτουν πλήρως την υποχρεωτική περίοδο των 90 ημερών (τριών μηνών) και την υπερβαίνουν ενώ η διαφοροποίηση των πηγών προμήθειας και η μακροχρόνια διασφάλιση εναλλακτικών ροών αργού πετρελαίου αποτελούν δικλίδα ασφαλείας, σε ένα περιβάλλον αυξημένης γεωπολιτικής αβεβαιότητας.

Η Ελλάδα δεν εισάγει πετρέλαιο από το Ιράν αλλά έχει ως προμηθευτές για το πετρέλαιό της το Ιράκ (περίπου 44% των εισαγωγών), το Καζακστάν (17%), τη Λιβύη (16%) και τη Σαουδική Αραβία (10%) σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία του 2025. Ωστόσο αν και δεν έχει θέμα επάρκειας το γεγονός ότι είναι εισαγωγέας ενέργειας, με σημαντική εξάρτηση από το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο, την καθιστά ευάλωτη σε έντονες αυξήσεις των διεθνών τιμών ενέργειας, κάτι που επισημαίνουν και κυβερνητική παράγοντες.
Επιπλέον η Ελλάδα αποτελεί σημαντικό εξαγωγέα με άνω του 70% της παραγωγής διύλισης της χώρας να εξάγεται, ενώ η εγχώρια κατανάλωση πετρελαιοειδών κυμαίνεται περίπου στους 7,5 εκατ. μετρικούς τόνους ετησίως.
Διαφοροποιημένα δίκτυα
Σύμφωνα με τη HELLENiQ ENERGY οι κλιμακούμενες εχθροπραξίες στη Μέση Ανατολή από τα τέλη Φεβρουαρίου 2026 έχουν προκαλέσει σημαντικές αναταράξεις στην παγκόσμια ενεργειακή αλυσίδα. Ο δραστικός μέχρι στιγμής περιορισμός της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ και οι επιθέσεις σε υποδομές έχουν οδηγήσει σε σχεδόν πλήρη διακοπή των ροών αργού πετρελαίου, προϊόντων και υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG) από την περιοχή αυτή, σημαντική άνοδο των διεθνών τιμών πετρελαιοειδών και φυσικού αερίου, αύξηση του κόστους ναύλων και ενίσχυση των διεθνών περιθωρίων διύλισης, καθώς και αύξηση στις τιμές της ηλεκτρικής ενέργειας.
Οπως μάλιστα αναφέρει σε ανακοίνωσή της την περασμένη Παρασκευή προς τις χρηματιστηριακές Αρχές η εταιρεία διαθέτει ένα διαφοροποιημένο δίκτυο προμήθειας αργού πετρελαίου για τα διυλιστήριά της, γεγονός που διασφαλίζει την παραγωγική της λειτουργία.
«Πριν την κρίση, το 20-25% των αναγκών σε πρώτες ύλες καλυπτόταν από φορτία που διέρχονταν από τα Στενά του Ορμούζ. Σήμερα έχει ήδη δρομολογήσει την αντικατάσταση των εν λόγω ποσοτήτων με άλλους τύπους αργού πετρελαίου. Με βάση τα μέχρι τώρα δεδομένα, δεν αναμένονται ουσιαστικές επιπτώσεις στον εφοδιασμό και τη λειτουργία των διυλιστηρίων του Ομίλου», αναφέρει.
Ομως ενώ θεωρείται δεδομένη η επάρκεια στην αγορά, κάτι που επιβεβαιώθηκε και κατά τη συνάντηση που είχε πρόσφατα η ηγεσία του υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας με τους εκπροσώπους της αγοράς, δεν συμβαίνει το ίδιο με την εξέλιξη των τιμών καθώς η συνέχεια της κρίσης στη Μέση Ανατολή αλλάζει μέρα με τη μέρα τα δεδομένα, πυροδοτώντας τις τιμές στην αντλία.
Πάνω από 2 ευρώ
Στην Ελλάδα ήδη υφιστάμεθα τις συνέπειες από τις ανατιμήσεις στα καύσιμα ενώ νέες αυξήσεις προεξοφλεί η αγορά. Ηδη η τιμή της αμόλυβδης και του ντίζελ ξεπέρασαν στα πρατήρια τα 2 ευρώ. «Βρισκόμαστε στην πιο δύσκολη, επικίνδυνη και επώδυνη κρίση των τελευταίων ετών, με βαριές οικονομικές συνέπειες, αν παραταθεί, για την παγκόσμια οικονομία», δήλωσε ο υπουργός Ανάπτυξης Τάκης Θεοδωρικάκος.
Υπογράμμισε πως ο πληθωριστικός κίνδυνος είναι ο ισχυρότερος, ο οποίος θα περάσει στην οικονομία και στις τσέπες των πολιτών και λέγοντας πως «απασχολεί ιδιαίτερα το θέμα του diesel, καθώς αφορά τα μεταφορικά μέσα των προϊόντων και αυτό θα επηρεάσει προφανώς το κόστος τους. Γι’ αυτό και είναι βέβαιο ότι θα απαιτηθούν μέτρα πέρα από το πλαφόν».
Η αγορά LNG
Σε ό,τι αφορά την επάρκεια και τον εφοδιασμό σε LNG η κατάσταση είναι εξίσου ομαλή. Σύμφωνα με πηγές από τον ΔΕΣΦΑ στην παρούσα φάση οι επιπτώσεις είναι ελεγχόμενες και θα είναι πολύ μικρές με βάση τα σημερινά δεδομένα. Τα τελευταία χρόνια η Ελλάδα δεν προμηθεύεται LNG από το Κατάρ αλλά από τις ΗΠΑ, χώρες τις Αφρικής (Αλγερία, Νιγηρία, Αίγυπτο) και Νορβηγία. Μάλιστα όλα τα φορτία για τα οποία έχει δεσμευθεί χωρητικότητα στη Ρεβυθούσα έχουν ήδη τιμολογηθεί, επομένως οι τιμές τους δεν επηρεάζονται από την κατάσταση που έχει διαμορφωθεί μέχρι σήμερα. Ωστόσο η αγορά φυσικού αερίου είναι διεθνής και η συνέχιση του πολέμου για περισσότερους μήνες θα είναι κακή εξέλιξη για την αγορά καθώς ήδη το φυσικό αέριο διεθνώς έχει ανατιμηθεί άνω του 50% από την αρχή του έτους.
Το ρεύμα
Την ίδια ώρα πάντως σύμφωνα με κυβερνητικά στελέχη το γεγονός ότι πλέον πάνω από το 50% της ηλεκτροπαραγωγής στη χώρα προέρχεται από ανανεώσιμες πηγές δημιουργεί ένα δίχτυ προστασίας. Οι αυξημένες βροχοπτώσεις των τελευταίων μηνών έχουν ενισχύσει τα αποθέματα ύδατος και την παραγωγή από υδροηλεκτρικά έργα. Μόνο τον τελευταίο μήνα σχεδόν 20% της παραγωγής ήταν από υδροηλεκτρικά. Ανάλογη ήταν και η εισφορά και από αιολικά και φωτοβολταϊκά. Πλέον συνολικά πάνω από τα 2/3 σε ηλεκτρική ενέργεια παράγονται στην Ελλάδα από πράσινες πηγές, προσφέροντας ένα διαφοροποιημένο ενεργειακό μείγμα που δεν εξαρτάται αποκλειστικά από το φυσικό αέριο ή το πετρέλαιο, και περιορίζει σε κάποιο βαθμό την επίδραση στις εγχώριες τιμές ηλεκτρικής ενέργειας.






