Ενα από τα παράδοξα του πολέμου που διεξάγουν το Ισραήλ και οι ΗΠΑ εναντίον του Ιράν είναι πως παρότι εμμέσως πλην σαφώς έχει επικριθεί ως επικίνδυνος, αποσταθεροποιητικός και χωρίς νομιμοποίηση ακόμα και από αρκετές κυβερνήσεις δυτικών χωρών και παρότι αποδοκιμάζεται σε επίπεδο κοινής γνώμης ακόμα και στις ΗΠΑ, μέχρι τώρα δεν έχει οδηγήσει σε ένα μεγάλο κίνημα διαμαρτυρίας εναντίον του. Προφανώς και έχουν υπάρξει πλήθος φωνές καταδίκης του και κάποιες κινητοποιήσεις, αλλά ακόμη δεν έχουμε δει κάτι ανάλογο με τις τεράστιες διαδηλώσεις του 2003 ακριβώς πριν από την έναρξη του πολέμου στο Ιράκ ή πιο πρόσφατα τις διαδηλώσεις ενάντια στη γενοκτονία στη Γάζα.
Επιπλέον αρκετές τοποθετήσεις κατά του πολέμου εναντίον του Ιράν σπεύδουν να κάνουν διαχωρισμό ανάμεσα στον λαό του Ιράν και το «θεοκρατικό καθεστώς», ως εάν να πρέπει να γίνει μια διάκριση ανάμεσα σε αυτούς που δικαιούνται και αυτούς που δεν δικαιούνται να βομβαρδιστούν. Ως εάν το γεγονός ότι δύο κράτη, το Ισραήλ και οι ΗΠΑ, αποφάσισαν να κηρύξουν μονομερώς τον πόλεμο στο Ιράν, χωρίς κάποια απόφαση διεθνούς οργάνου (π.χ. του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ) και χωρίς κάποια άμεση απειλή (ακόμα και γύρω από το πυρηνικό πρόγραμμα ήταν σε εξέλιξη διαπραγμάτευση), δεν ήταν από μόνος του επαρκής λόγος για μαζική δράση, αλλά χρειαζόταν και η απαραίτητη διευκρίνιση ότι καταδικάζεται ένα αυταρχικό καθεστώς και ότι η αντίθεση στον πόλεμο δεν συνιστά και υποστήριξη σε αυτό.
Ωστόσο, το διακύβευμα του πολέμου δεν έχει να κάνει με τον αυταρχισμό της τρέχουσας μορφής και κατεύθυνσης της Ισλαμικής Δημοκρατίας, εάν αναλογιστούμε τα αυταρχικά χαρακτηριστικά άλλων κρατών του Κόλπου, για να μην αναφερθούμε στο ότι καμία δυτική χώρα δεν σκέφτηκε να λάβει στρατιωτικά μέτρα για να σταματήσει τη γενοκτονία στην Γάζα. Ενα αυταρχικό αλλά φιλικό στο Ισραήλ και τις ΗΠΑ καθεστώς στο Ιράν πιθανώς θα γινόταν αποδεκτό.
Το πραγματικό διακύβευμα αφορά το εάν θα θεωρηθεί νόμιμη αυτού του είδους η προβολή ισχύος που θεωρεί ότι μέσω βομβαρδισμών και βίαιων αποπειρών «αλλαγής καθεστώτος» μπορεί να διαμορφωθεί νέα ηγεμονία στην περιοχή, ακόμη και αν αυτό σημαίνει διαδικασίες αποσταθεροποίησης με τεράστιο κόστος.
Αυτό σημαίνει ότι οποιαδήποτε μετατόπιση, ρητορική ή ιδεολογική, σε μια θέση που θα ανεχόταν τέτοιου είδους επιδείξεις βαναυσότητας, εάν γίνονται για «καλό σκοπό», ή που θα θεωρούσε ότι ένας λαός δικαιούται της αναγκαίας αλληλεγγύης μόνο όταν θα έχει σπεύσει να διαχωριστεί από το «καθεστώς», διαφορετικά δεν είναι αμέτοχος ευθυνών για τον βομβαρδισμό του, απλώς θα οδηγήσει στη νομιμοποίηση της αυθαίρετης προβολής ισχύος ως βασικού γνώμονα για τις διεθνείς σχέσεις, στην αντιμετώπιση του διεθνούς δικαίου ως την καλύτερη περίπτωση ιδεολογικού περιτυλίγματος και στη χειρότερη ενοχλητικής γραφειοκρατίας, και στην επαναδιατύπωση της ίδιας της έννοιας της κρατικής κυριαρχίας ως εξαρτώμενης από τη συμμόρφωση με τις αξιώσεις όσων έχουν τη δυνατότητα να επιβάλουν τέτοιες αξιώσεις.






