Με τον θάνατο του ανώτατου ηγέτη Αλί Χαμενεΐ, το καθεστώς έχει πλέον διαβεί ένα Ρουβικώνα. Το πρόσωπό του ήταν το απόλυτο συνταγματικό και συμβολικό κέντρο βάρους της Ισλαμικής Δημοκρατίας. Ενα ήδη καταπονημένο και τραυματισμένο καθεστώς θα δυσκολευτεί να διατηρήσει συνοχή μετά τον θάνατό του. Η εσωτερική νομιμοποίηση, ήδη εύθραυστη έπειτα από χρόνια καταστολής και οικονομικής παρακμής, θα δεχθεί ακόμη μεγαλύτερη πίεση.
Αυτό που φαίνεται να διαμορφώνεται, αντί για άμεση κατάρρευση, είναι η προσδοκία ότι παρατεταμένα πλήγματα και πίεση θα αποδυναμώσουν τα βασικά στηρίγματα της Ισλαμικής Δημοκρατίας, από τα στρατιωτικά δίκτυα έως την ανώτερη θρησκευτική ηγεσία και τον εκτελεστικό και δικαστικό μηχανισμό. Αυτό θα σημάνει ένα κενό, ένα χώρο για μια εναλλακτική μορφή διακυβέρνησης, που ενδεχομένως να εδραιωθεί εκ των έσω.
Ενα ενδιαφέρον ρεπορτάζ που κυκλοφόρησε στο The Atlantic υποστηρίζει ότι «ένα ιρανικό δίκτυο» είναι έτοιμο να δράσει από μέσα. Ο Τζάμπερ Ρατζαμπί, εξόριστος που υπηρέτησε πιστά το καθεστώς επί σχεδόν δύο δεκαετίες πριν στραφεί εναντίον του, ισχυρίστηκε ότι υπάρχουν «περίπου 10 άτομα που πρέπει να εξαλειφθούν» στην κορυφή του καθεστώτος ώστε να ανατραπεί εκ των έσω. «Αν κάποιος από μέσα ανοίξει το παράθυρο, θα ανοίξει», είπε.
Ωστόσο, παρότι η Ισλαμική Δημοκρατία βρίσκεται σε δυσχερή θέση, η εξόντωση της ηγεσίας δεν μεταφράζεται αυτόματα σε κατάρρευση καθεστώτος. Το ιρανικό σύστημα διαθέτει ενσωματωμένους μηχανισμούς σχεδιασμένους για συνέχεια υπό πίεση. Θεωρητικά μπορεί να αναδιατάξει, να αντικαταστήσει και να ανασυστήσει δομές. Ο θάνατος του Χαμενεΐ θα ενταχθεί σχεδόν βέβαια σε μια αφήγηση μαρτυρολογίου, κεντρική στη διεκδίκηση της Ισλαμικής Δημοκρατίας ότι αντιστέκεται στη Δύση.
Η πιο δυσάρεστη πραγματικότητα είναι ότι οποιαδήποτε νέα αρχή αναδυθεί σε ένα σενάριο μετασχηματισμού καθεστώτος θα χρειαστεί αποδοχή από την Ουάσιγκτον. Το να υποθέτει κανείς το αντίθετο σημαίνει ότι παρερμηνεύει την ισορροπία ισχύος ύστερα από μια αμερικανοισραηλινή εκστρατεία. Και οποιοδήποτε πρόσωπο συνδέεται στενά με τους Φρουρούς της Επανάστασης – ή με μια πιθανή «χουντική» ανάληψη εξουσίας από αυτούς – είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα αποκλειστεί, τόσο από τις ΗΠΑ και το Ισραήλ όσο και από πολλούς Ιρανούς που θα το έβλεπαν ως συνέχεια με νέο περιτύλιγμα.
Ενα πιθανό χάσμα μεταξύ ΗΠΑ και Ισραήλ μπορεί να αποδειχθεί καθοριστικό. Ο πρόεδρος Τραμπ ενδέχεται να επιλέξει να σταματήσει στο σημείο όπου θα κρίνει ότι οι επιθετικές δυνατότητες του Ιράν – πυρηνικές, πυραυλικές και μη επανδρωμένων συστημάτων – έχουν υποβαθμιστεί αρκετά ώστε η Τεχεράνη να μην αποτελεί πλέον αξιόπιστη απειλή για τις ΗΠΑ ή το Ισραήλ, ακόμη κι αν το καθεστώς συνεχίσει να υφίσταται. Το Ισραήλ μπορεί να επιλέξει να προχωρήσει περαιτέρω. Σίγουρα, ένα άμεσο σενάριο όπου αμερικανικές χερσαίες δυνάμεις εγκαθιστούν νέα κυβέρνηση στην Τεχεράνη δεν βρίσκεται στον ορίζοντα.
Η πιο ειλικρινής εκτίμηση είναι ότι κάποια μορφή μετασχηματισμού καθεστώτος μπορεί να είναι δυνατή, αλλά δεν θα είναι εύκολο να επιτευχθεί. Η τρέχουσα εκστρατεία μπορεί να αποδυναμώσει την κατασταλτική ισχύ του Ιράν, να ενισχύσει τις ευπάθειές του και να δοκιμάσει τη συνοχή των ελίτ. Αντιστρόφως, μπορεί επίσης να σκληρύνει το σύστημα, τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα – ιδίως αν στοιχεία των Φρουρών της Επανάστασης αναλάβουν τον έλεγχο – και να παράγει έναν πιο παρανοϊκό, πιο βίαιο εσωτερικό μηχανισμό.
Η δρ Μπουρσού Οζτσελικ είναι ανώτερη ερευνήτρια για την Ασφάλεια στη Μέση Ανατολή στο Royal United Services Institute (RUSI)






