Η ανάφλεξη στη Μέση Ανατολή είναι για την κυβέρνηση μια απροσδόκητη ευκαιρία. Οχι μόνο επειδή είναι κοινός τόπος ότι όποτε προκύπτουν εθνικές κρίσεις ή ορατή απειλή ασφάλειας οι πολίτες συσπειρώνονται γύρω από την τρέχουσα ηγεσία τους. Στη συγκεκριμένη συγκυρία έχει πολλές δυνατότητες. Ξεκινώντας από τα λιγότερο σημαντικά, η πολεμική σύρραξη αλλάζει τα δεδομένα στην περιοχή και δημιουργεί ένα διαφορετικό περιβάλλον στις σχέσεις με την – εξαιρετικά αμήχανη – Τουρκία.

Το τελευταίο που θα μπορούσε να επιδιώξει αυτή τη στιγμή η Αγκυρα θα ήταν μια επιδείνωση στις σχέσεις της με την Ελλάδα. Η κυβέρνηση αξιοποίησε γρήγορα και αποτελεσματικά μια σπάνια ευκαιρία για την αποστολή στρατιωτικών δυνάμεων στην Κύπρο και την εγκατάσταση συστοιχίας Patriot στην Κάρπαθο, που σε άλλες συνθήκες θα ήταν από επικίνδυνες έως αδύνατες. Στο εσωτερικό, αυτό μεταφράζεται σε πλήρη αποδυνάμωση των ενδοπαραταξιακών επικριτών της, που είχαν επιλέξει την εξωτερική πολιτική ως προνομιακό πεδίο κριτικής προς τον κ. Μητσοτάκη.

Πέρα από τα σχεδόν προφανή, οι κυβερνήσεις Μητσοτάκη έχουν κι ένα άλλο σταθερό χαρακτηριστικό. Η λογική τους είναι διαχειριστική και όχι στρατηγική. Εχουν ως άξονα και βασική επιδίωξη τη διαχείριση της εξουσίας, παρά την εκπλήρωση ενός ευρύτερου στρατηγικού σχεδίου. Ως αποτέλεσμα, οι επιδόσεις τους είναι πολύ καλύτερες σε θέματα που μπορεί να χειριστεί ένας κλειστός κύκλος (μάλλον παρά επιτελείο) γύρω από τον Πρωθυπουργό, με τον ίδιο στον κεντρικό ρόλο.

Η διαφορά αυτή έγινε ιδιαίτερα αισθητή την πρώτη τετραετία. Αρκεί να θυμηθεί κανείς ποια ήταν τα τρία κύρια θέματα για τα οποία αναγνωρίστηκε και επιβραβεύθηκε με νέα αυτοδυναμία, με πάνω από 40% στις κάλπες και υπερδιπλάσιο ποσοστό από το δεύτερο κόμμα. Πρώτον, η απάντησή της στο πρώτο κύμα της πανδημίας, όταν πήρε γρήγορα την – όχι εύκολη – απόφαση να προχωρήσει σε λοκντάουν (και σώθηκαν πολλές ζωές). Δεύτερον, η επιτυχημένη απόκρουση – μέσω Ευρώπης – της κρίσης που δημιούργησε η Τουρκία με το μεταναστευτικό στον Εβρο. Και, τρίτον, η διαπραγμάτευση που έφερε την Ελλάδα να παίρνει το μεγαλύτερο, ως ποσοστό του ΑΕΠ, μερίδιο από τα ευρωπαϊκά κονδύλια για τη μεταπανδημική ανάκαμψη.

Και στα τρία, το κοινό στοιχείο είναι ότι μπορούσαν να αντιμετωπιστούν από τον Πρωθυπουργό και το Μέγαρο Μαξίμου, με αποφάσεις και επαφές, χωρίς να χρειάζεται ανάμειξη ενός μεγαλύτερου αριθμού στελεχών ή εκτεταμένη εμπλοκή της διοίκησης και των κρατικών δομών. Οταν αυτό συνέβη, όπως στο δεύτερο κύμα της πανδημίας (όπου χάθηκαν πολλές ζωές), η εικόνα αντιστράφηκε και ήταν πολύ λιγότερο κολακευτική, στις χειρότερες θέσεις της Ευρώπης. Κι όταν η διαχείριση επέστρεψε στη μεγάλη κλίμακα της ομαλότητας, ήρθαν στην επιφάνεια όλες οι αδυναμίες, οι υστερήσεις, η φθορά και η διαφθορά.

Μια παράταση των πολεμικών επιχειρήσεων θα προκαλέσει χωρίς αμφιβολία μεγάλα δεινά σε μια χώρα και μια οικονομία που – μολονότι το ξεχνάει – βρίσκεται ακόμη στην πορεία της ανάκαμψης από την κρίση. Αλλά στο ευκταίο, από όλους σενάριο, της σύντομης παύσης των εχθροπραξιών και της σταδιακής εξομάλυνσης στον γεωγραφικό περίγυρό μας, η κυβέρνηση κερδίζει κάποιο χρόνο για να ανασυνταχθεί και έχει μπροστά της και ένα πλεονεκτικό για την ίδια πεδίο πολλαπλών διαπραγματεύσεων στην Ευρώπη.

Αμέσως μετά, όμως, και στην πορεία προς τις εκλογές θα χρειαστεί ένα σχέδιο που να πηγαίνει παραπέρα από την απαρίθμηση νομοσχεδίων υπό ψήφιση: ένα σχήμα για το πώς θέλει να είναι η χώρα στο μέλλον και για το πώς βλέπει μια κοινωνία ικανή να στηρίξει την προοπτική της. Τέτοιο σχέδιο για την ώρα δεν έχει, ούτε έχει δώσει δείγματα πως μπορεί να το αποκτήσει.

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.