Δεν είναι βέβαια η πρώτη φορά, αλλά αισθάνομαι φοβερά μπερδεμένος, ανίκανος και πάλι να καταλάβω βασικά πράγματα, σ’ όλο αυτό το παιχνίδι που άρχισε από Ηνωμένες Πολιτείες-Ισραήλ–Ιράν και πάει να γίνει ο Τρόμος για όλον τον κόσμο.
Βέβαια όταν έχεις απ’ τη μια μεριά έναν παράφρονα αγράμματο νάρκισσο, δίπλα σ’ έναν εγκληματία πολέμου και απέναντι ένα απ’ τα χειρότερα θεοκρατικά απολυταρχικά καθεστώτα που τρέφουν τρομοκράτες και κατασκευάζουν πυρηνικά όπλα, η ζυγαριά δεν ξέρεις πού θα ‘θελες να γείρει. Η ζυγαριά τρελαίνεται.
Ασε που το ψέμα απ’ όλες τις μεριές κυκλοφορεί αβέρτα κουβέρτα και τελευταία σε bitcoin. Δεν μπορείς να πιστέψεις τώρα ότι εκεί που καθότανε στο Μαρ-α-Λάγκο ο Τραμπ τον έπιασε ξαφνικά ο πόνος να ελευθερώσει τον ιρανικό λαό απ’ το τυραννικό καθεστώς των μουλάδων; Οχι γιατί το είδαμε τι έγινε μετά τον Σαντάμ στο Ιράκ, το είδαμε και μετά το λιντσάρισμα του Καντάφι στη Λιβύη. Ακόμα δεν έχει σταματήσει το αιματοκύλισμα.
Απ’ την άλλη δεν μπορείς να μη δεις στο Ιράν αυτό το απάνθρωπο σκληρό, φασιστικό καθεστώς που σκοτώνει τις γυναίκες στο ξύλο γιατί μπορεί να ξέφυγε μια τούφα μαλλί από τη μαντίλα τους ή γιατί τις άκουσαν να μουρμουρίζουν ένα τραγούδι. Κι όχι στον δρόμο. Στο σπίτι τους. Δεν μιλάμε για όποιον μπορεί να κάνει έστω και μια νύξη για το καθεστώς και τους Αγιατολάδες. Μιλάμε για την πιο σκληρή και αδυσώπητη Χούντα.
Και όντως είναι έτσι, αλλά σκέφτομαι, θα θέλαμε εμείς στην επταετία, στη δικιά μας Χούντα των Συνταγματαρχών, να έρχονταν οι Αμερικάνοι να μας βομβαρδίζουνε και να μας σκοτώνουνε για να μας ελευθερώσουνε από τους καραβαναίους;
Και εδώ ας σταθούμε λίγο, και με όση ηρεμία μας έχει μείνει ας μιλήσουμε για τη στάση της Ευρώπης. Μην ταράζεστε, είπαμε θέλω ηρεμία. Τι στάση είναι αυτή της Ενώσεως της ακριβοθωρήτου; Σε ένα ύφος του στυλ «Μη μ’ ενοχλείται μ’ αυτά τα ταπεινά. Μ’ αυτή την πλεμπάγια. Εχω περάσει κι έναν ολόκληρο Διαφωτισμό, μην το ξεχνάμε αυτό».
Δεν το ξεχνάμε εμείς, μαντάμ. Εσείς το έχετε ξεχάσει εδώ και χρόνια. Επρεπε να περάσουν μέρες και μέρες, να στείλει η Ελλάδα πρώτα τις φρεγάτες και τ’ αεροπλάνα, για να πάρει τον κώλο της η Γηραιά να στείλει τα Σαρλ και τα Ντε Γκωλ. Μέχρι τότε είχε στρωθεί στον καναπέ κι έβλεπε απ’ την τηλεόραση τον πόλεμο με σταυρωμένα τα χεράκια, όπως καθότανε ο κύριος Παυλόπουλος, πρόεδρος τότε της Δημοκρατίας, τρομάρα του, και άκουγε τον Ερντογάν να μας υβρίζει μέσα στο Προεδρικό μας Μέγαρο.
Ακουσα και προχθές τον Παπαχελά να ρωτάει τον πρώην διευθυντή της Μοσάντ (αυτή είναι μυστική υπηρεσία. Σου λέει είχε χακάρει μέχρι τα φανάρια της τροχαίας στην Τεχεράνη, όχι σαν τη δικιά μας την ΚΥΠ με τα πρέντατορ, τις αηδίες και ξεράσματα) «Τι πιστεύεται, κύριε Αρχικατάσκοπε, κινδυνεύουμε κι εμείς εδώ στην Ελλάδα, από αποστολές αυτοκτονίας της Χεζμπολάχ του Ιράν και περιχώρων;». Και τι απάντησε ο ρουφιάνος;
«Κατά τη γνώμη μου πρέπει να πάρετε σοβαρά μέτρα ασφαλείας».
Ω που να μη σώσεις, γρουσούζη. Αυτό βρήκες να μου πεις βραδιάτικα; Πως θα πέσω τώρα εγώ να ψοφολογήσω; Ουστ από δω, κατάσκοπε του κερατά.
Δεν ξέρω, ούτε με ποιον είμαι ξέρω, ούτε τι γνώμη να πω, ούτε τι θέση να υπερασπίσω.
Το μόνο που θέλω είναι να είχα το θάρρος να γράψω κι εγώ όπως έγραψε στον τοίχο του ο Αγγελος ο Παπαδημητρίου ο φίλος μου το εξής.
«Λίγο πριν τελειώσει ο χειμώνας και το κρύο του,
το μόνο που μπορώ να κάνω για την ειρήνη και
την ευημερία των λαών είναι, λαχανοντολμάδες».
Να το γράψω; Δεν το γράφω, είμαι δειλός.
Τους ντολμάδες όμως θα τους φτιάξω. Αρκεί να μη μου κόψει το αβγολέμονο.
Καλή μας όρεξη.
ΥΓ: Χάλια έχω γίνει.






