Κατάφερε να τους τσατίσει όλους. Ο Τραμπ δήλωσε πρώτα «πολύ απογοητευμένος» από αυτόν κι έπειτα μοιρολόγησε την ειδική σχέση του Ηνωμένου Βασιλείου με τις ΗΠΑ. Η κυπριακή κυβέρνηση κατέστησε σαφή τη δυσαρέσκειά της επειδή δεν διασαφήνισε στο διάγγελμά του πως οι βρετανικές βάσεις στη μεγαλόνησο θα χρησιμοποιηθούν μόνο για ανθρωπιστικούς λόγους, όπως τη διαβεβαίωνε. Στα σόσιαλ μίντια βρετανοί απλοί χρήστες, τηλεπαρουσιαστές και σχολιαστές πόσταραν διθυραμβικά σχόλια για τις ελληνικές φρεγάτες όταν ξεκίνησαν να πλέουν προς τα εκεί, ενώ τον ειρωνεύονταν ότι δεν μπορεί να υπερασπιστεί τις εγκαταστάσεις της RAF στο Ακρωτήρι.
Ο Κιρ Στάρμερ προσπάθησε να βρεθεί στη σωστή πλευρά της Ιστορίας, εξηγώντας στη Βουλή των Κοινοτήτων πως η Βρετανία έχει διδαχθεί από την εμπειρία της στο Ιράκ να αποφεύγει εμπλοκές χωρίς ξεκάθαρη νομιμότητα και στρατηγικό στόχο. Τελικά, στέλνει στην Κύπρο ένα αντιτορπιλικό και ελικόπτερα. Κι όμως, κανείς δεν φάνηκε να του δίνει δίκιο. Ή να αναγνωρίζει τα διλήμματα με τα οποία ήρθε αντιμέτωπος.
Η οργή που προκάλεσε είναι η σύντομη ιστορία της πρωθυπουργικής του θητείας. Οταν έφτασε στη Ντάουνινγκ Στριτ, είχε εξασφαλίσει την μεγαλύτερη πλειοψηφία που είχε κερδίσει κυβέρνηση από το 1977, φέρνοντας τους Εργατικούς στην εξουσία ύστερα από 14 συνεχόμενα χρόνια Τόρηδων. Εβαψε κόκκινες ακόμη και περιφέρειες που είχαν το μπλε των Συντηρητικών από τον 19ο αιώνα. Σήμερα, η δημοφιλία του μόνο πέφτει. Για την ακρίβεια, εδώ και μήνες τα νούμερά της πάνε όλο και πιο χαμηλά. Ορισμένες διόλου ευκαταφρόνητες νίκες που έχει στο ενεργητικό του – όπως οι εμπορικές συμφωνίες που υπέγραψε με την Αμερική, την Ινδία και την ΕΕ – πέρασαν και δεν ακούμπησαν.
Το ερώτημα γιατί είναι τόσο αντιδημοφιλής τίθεται από τον Φεβρουάριο στον βρετανικό Τύπο. Οι απαντήσεις ποικίλλουν αλλά υπάρχει μία στην οποία συμφωνούν πολλοί: δεν αρέσει πια σε όσους ψηφίζουν το Εργατικό Κόμμα. Επίσης, μια κρίσιμη μάζα του εκλογικού σώματος τον θεωρεί πολύ μαλακό. Τι κι αν άνθρωποι που έχουν δουλέψει μαζί του λένε στους δημοσιογράφους πως είναι αξιοπρεπής, στοργικός και ταυτόχρονα σκληρός και στοχοπροσηλωμένος; Ή υπογραμμίζουν ότι είναι αλλεργικός στις αφηρημένες ιδέες επειδή τις βλέπει ως εμπόδια στη δράση;
Και από την ανάποδη
Μια εξήγηση συνοψίζεται στον όρο «freebiegate». Λίγους μήνες μετά την εκλογική του νίκη, τόσο η αντιπολίτευση όσο κι η συμπολίτευση του ασκούσαν κριτική για δωρεές αξίας αρκετών χιλιάδων στερλινών, που δέχτηκε από πλούσιο χρηματοδότη των Εργατικών – και ορισμένες «ξέχασε» να τις δηλώσει. Τον κατηγορούσαν για υποκρισία, αφού έπαιρνε ακριβά δώρα την ώρα που η κυβέρνησή του είχε ανακοινώσει περικοπές στις επιδοτήσεις θέρμανσης. Αν και σοσιαλδημοκράτης, απολάμβανε «παράπλευρα» οφέλη της εξουσίας, ενώ έκοβε την κρατική στήριξη σε ευάλωτους Βρετανούς.
Οι κρίσεις που πέρασε δεν τελείωσαν εκεί, όμως. Το κόστος ζωής παραμένει σταθερά υψηλό. Η μεταρρύθμιση του συστήματος κοινωνικής πρόνοιας (την οποία μια σταματάει, μια επανεκκινεί) έχει ενισχύσει την καχυποψία απέναντί του. Οι ακροδεξιοί λαϊκιστές δεν έχουν σταματήσει να εκμεταλλεύονται τις βάρκες με τους μετανάστες που διασχίζουν τη Μάγχη. Κι ύστερα, ήρθε κι η δημοσιοποίηση εγγράφων της δικογραφίας του Επστιν, που παραλίγο να του κοστίσει την καρέκλα του.
Δημοσκόπος με ειδίκευση στα φόκους γκρουπ έχει σημειώσει στην «Guardian» ότι «έχει γίνει δοχείο για την αγανάκτηση των πολιτών με το σύστημα». Ωστόσο, το πρόβλημά του δεν οφείλεται μόνο σε «δομικές» αιτίες. Οι ψηφοφόροι του καταλογίζουν και πως δεν εκπλήρωσε την προεκλογική υπόσχεση της εθνικής ανανέωσης.
Σε εσωκομματικά πηγαδάκια αναφέρεται κάπως επιτιμητικά ότι μπήκε στην πολιτική στα 52. Του προσάπτουν ότι απέτυχε να συνδεθεί με το κόμμα, επιλέγοντας να ρητορεύει ως μετριοπαθής κεντρώος – βέβαια, είναι τέτοιος και ποτέ δεν απέκτησε ιδιαίτερη σχέση με την κομματική βάση
Στα ποδοσφαιρικά γήπεδα της Μεγάλης Βρετανίας, οπαδοί τραγουδούν συνθήματα που τον βρίζουν (ακολουθώντας τον ρυθμό του «Seven Nation Army» των White Stripes). Πίσω από κλειστές πόρτες, υπουργοί του παραπονιούνται πως δεν «τρέχει» την κυβέρνηση. Παρότι έχει «εκτελεστικό δυναμισμό», διαπιστώνουν οφ δε ρέκορντ, προτιμά να μη μεσολαβεί σε ενδοκυβερνητικές διαφωνίες.
«Δεν έχουμε να κάνουμε με τον Ουίνστον Τσόρτσιλ», αναφώνησε ενοχλημένος ο πλανητάρχης σε λάιβ μετάδοση. O Στάρμερ απάντησε καλώντας τους βρετανούς βουλευτές να μην κρέμονται από κάθε λέξη του αμερικανού προέδρου. Αλλά, αν ήταν το Μπουλντόγκ, θα του έλεγε «λοιπόν, δεν είσαι Ρούζβελτ».






