Στην ιστορία της μετανάστευσης, υπάρχουν τόποι που λειτουργούν σαν άγκυρες μνήμης. Μικροί χώροι όπου μια κοινότητα προσπαθεί να κρατήσει ζωντανή την ταυτότητά της, ενώ γύρω της ο κόσμος αλλάζει με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Στη Νέα Υόρκη του Μεσοπολέμου, ένα ελληνικό καφενείο έγινε κάτι πολύ περισσότερο από σημείο συνάντησης: έγινε πατρίδα με τη γλώσσα, το τραγούδι και τις μνήμες της. Αυτόν τον κόσμο επιχειρεί να ζωντανέψει η «Astoria», η μουσική παράσταση που ανεβαίνει από τις 19 Μαρτίου στο Θέατρο Παλλάς σε πρωτότυπο κείμενο του Κωνσταντίνου Σαμαρά και σκηνοθεσία του Βασίλη Μαυρογεωργίου. Στη σκηνή, μέσα από την ιστορία μιας νεαρής κοπέλας που εγκαταλείπει τον τόπο της, ξετυλίγεται μια αφήγηση για την ανάγκη του ανήκειν, για όλους εκείνους που κυνήγησαν μια δεύτερη ευκαιρία ζωής και για τις μικρές κοινότητες που κράτησαν ζωντανό το νήμα της ελληνικότητας στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού.
«Στην παράσταση επικρατεί το θέμα της επιβίωσης των μεταναστών που είναι Ελληνες, σε μια μεγάλη πόλη όπως η Νέα Υόρκη, η οποία έχει πολλούς πειρασμούς» αναφέρει στο «Νσυν» ο Χρήστος Στέργιογλου, ο οποίος πρωταγωνιστεί στην «Astoria». Ο ίδιος ανέλαβε να υποδυθεί τον Θόδωρο, τον ιδιοκτήτη του μικρού καφενείου της Αστόρια που αποτελεί κέντρο της ελληνικής κοινότητας της πόλης, και από την πρώτη αναμέτρηση με τον ρόλο βρήκε τα σημεία επαφής μαζί του. «Εχω ζήσει κι εγώ στην Αστόρια τη δεκαετία του 1980. Ημουν στην Αμερική για δύο χρόνια. Ξέρω τους Ελληνες που ζουν εκεί. Εχουν φοβερή αλληλεγγύη. Περιθάλπουν τους ανθρώπους, ανεξάρτητα από το τι είναι και τι πρεσβεύουν. Εφόσον είναι Ελληνες, είναι δικοί τους. Η σύμπτωση είναι πως, όπως και στην παράσταση που έχω το καφενείο και τραγουδάω κιόλας, όταν ήμουν στη Νέα Υόρκη δούλευα σε μια μπουάτ ως γκαρσόνι αλλά κατέληξα να παίρνω κι εγώ το μικρόφωνο. Είναι σαν να επαναλαμβάνεται η ιστορία κι αυτό μού δημιουργεί μια συναισθηματική εμπλοκή» επισημαίνει ο ηθοποιός.
«Μια χείρα βοηθείας»
Το ιδιαίτερο στοιχείο της παράστασης είναι πως σε μια εποχή όπου η έννοια της ξενιτιάς, της αναζήτησης μιας δεύτερης ευκαιρίας και της ανάγκης να χτίσεις πατρίδα μακριά από τον τόπο σου επανέρχεται διαρκώς στον δημόσιο διάλογο, οι ιστορίες της αποκτούν μια παράξενη οικειότητα. «Το θέμα των ανθρώπων που αναζητούν μια καλύτερη μοίρα σε ξένη χώρα είναι αιώνιο και θα συνεχίζεται. Δυστυχώς υπάρχουν ζητήματα στο πώς αντιμετωπίζουν όλες οι χώρες τους μετανάστες, από την αρχαιότητα έως σήμερα. Εχουν γράψει πάρα πολλοί συγγραφείς γι’ αυτό, από τον Σαίξπηρ και τον Αισχύλο έως τον Ευριπίδη και τον Σοφοκλή, και συνεχίζουν να γράφουν, καθώς οι καταστάσεις είναι το ίδιο άσχημες» επισημαίνει ο πρωταγωνιστής. «Αυτό που με θλίβει είναι ότι δυστυχώς έχουμε ξεχάσει αυτά που τράβηξαν οι παππούδες μας ως πρόσφυγες. Εμένα οι γονείς μου ήρθαν από την Τουρκία και επιβίωσαν πάνω στον Εβρο, περνώντας τα σύνορα. Δυστυχώς, τους ανθρώπους τους κατατρεγμένους, τους ξεριζωμένους, δεν τους φέρεται καλά το κράτος ούτε οι πολίτες του. Θα πρέπει να δούμε τη θέση τους γιατί έχουμε υπάρξει σε αυτήν κι όμως το ξεχνάμε. Τους φερόμαστε σαν να είναι αριθμοί, σαν να απειλούν τη ζωή μας, ενώ αυτοί δεν ζητάνε τίποτα. Μια χείρα βοηθείας μόνο. Βλέπεις αυτούς τους ανθρώπους να τους πετάνε σαν τα σκουπίδια, τους πνίγουν, τους σκοτώνουν. Αυτό όλο είναι απάνθρωπο. Δεν μπορώ να το χωνέψω σε τι κατάσταση φτάσαμε, όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά στις περισσότερες χώρες» συνεχίζει ο ίδιος.
Μέσα από τα πρόσωπα της «Astoria», η παράσταση ανοίγει ένα μεγαλύτερο ερώτημα για το τι σημαίνει τελικά πατρίδα. Είναι ένας τόπος, μια γλώσσα, μια μουσική ή μήπως οι άνθρωποι με τους οποίους μοιράζεσαι τις ίδιες μνήμες; «Η πατρίδα είναι οι άνθρωποι. Βέβαια, στους Ελληνες της Αμερικής υπάρχει η έννοια της πατρίδας πολύ περισσότερο απ’ ό,τι σε εμάς γιατί έχουν τη νοσταλγία της. Οταν υπάρχει νοσταλγία όμως, έρχεται η εξιδανίκευση, οπότε δεν είναι ίδια η αντιμετώπιση. Δεν περνούν αυτοί όσα περνούμε εμείς ζώντας εδώ, κι αυτό οδηγεί σε άλλα μονοπάτια, εξιδανίκευσης της πατρίδας τελικά, στοιχείο που τους ενώνει» καταλήγει ο Χρήστος Στέργιογλου.






