Και να ήθελε, καλύτερο ντεμπούτο στη μεγάλου μήκους μυθοπλασία από την «Τούρτα του Προέδρου» (The President’s cake, Ιράκ/Κατάρ/ΗΠΑ, 2025) ο ιρακινός σκηνοθέτης Χασάν Χάντι δεν θα μπορούσε να πετύχει. Διακεκριμένη στο περσινό Φεστιβάλ Καννών, κερδίζοντας μεταξύ άλλων και τη Χρυσή Κάμερα Πρωτοεμφανιζόμενου Σκηνοθέτη, αυτή η ταινία, που εντάσσεται στο δημοφιλέστατο τα τελευταία χρόνια είδος της «ταινίας ενηλίκωσης», σε κερδίζει σε όλα: ιστορία, αφήγηση, σκηνοθεσία και ερμηνείες.

Ολα υψηλότατου επιπέδου, ενώ την ίδια ώρα η εικόνα της ταινίας, το «περίβλημά» της, είναι πέρα για πέρα ελκυστικό, χωρίς να επισκιάζεται από το «γκρι», όπως συμβαίνει στην πλειονότητα αυτών των ταινιών λόγω του δυσάρεστου εσωτερικού και περιεχομένου τους. Και είναι όντως δυσάρεστο, καθώς το φιλμ εστιάζει στον αγώνα μια εννιάχρονης κοπέλας, της Λαμία (Μπανέεν Αχμέντ Ναγιέφ), να αποκτήσει τα υλικά που της είναι απαραίτητα για να κατασκευάσει μια τούρτα γενεθλίων για τον πρόεδρο της χώρας της.

Η χώρα είναι το Ιράκ, ο χρόνος είναι η αυγή της δεκαετίας του 1990 και ο πρόεδρος κανείς άλλος από τον Σαντάμ Χουσεϊν (τον οποίο βλέπουμε μόνο από εικόνες αρχειακού οπτικοακουστικού υλικού). Οπότε αμέσως καταλαβαίνει κανείς, πρώτον, τις συνθήκες ζωής εκείνη την εποχή στη χώρα και, δεύτερον, το απύθμενο χάος μιας χώρας υπό κατάρρευση. Και όμως, μέσα από αυτό το σύμπαν που σε κάνει να νιώθεις – τουλάχιστον – άβολα, ο Χασάν Χάντι βρίσκει τον τρόπο να σε κρατήσει κολλημένο στο κάθισμά σου, σου προσφέρει το περιθώριο της αναζήτησης της ελπίδας, όπως κάνει η Λαμία. Ομως αυτό το κάνει χωρίς να εξωραΐζει καμία κατάσταση, χωρίς να «φορτώνει» μελοδραματικά την ιστορία και έχοντας στηριχθεί στις φυσικές ερμηνείες των δύο παιδιών που βρίσκονται σε πρώτο πλάνο, της Λαμία όπως και του Σαέντ (Σαγιάντ Μοχαμάντ Κασέμ), του συνομήλικού της αγοριού που θα σταθεί στο πλάι της.

Κατά τη διάρκεια μόλις μίας ημέρας, το τέλος της παιδικής αθωότητας κατακεραυνώνει την ταινία, αλλά την ίδια στιγμή την ανυψώνει στους ουρανούς, και αυτό χάρη στο αξιοπρεπές πείσμα της Λαμία, μιας πραγματικά αξιοθαύμαστης ηρωίδας που αν την δείτε σίγουρα δεν πρόκειται να ξεχάσετε. Οπως δεν θα ξεχάσετε και τον κόκορα που με τόση στοργή κρατά σφιχτά στην αγκαλιά της.

Γυναικεία «επέλαση»

Οπως η Μπέλα Μπάξτερ στην ταινία «Poor things» του Γιώργου Λάνθιμου, έτσι και η Νύφη της Τζέσι Μπάκλεϊ στη «Νύφη!» (The bride!, ΗΠΑ, 2026) της Μάγκι Τζίλενχαλ είναι ένα πλάσμα που έχει «κατασκευαστεί» από την αρχή. Ενα πτώμα που απέκτησε ξανά ζωή χάρη σε μια ικανή επιστήμονα (Ανέτ Μπένιγνκ). Η διαφορά ανάμεσα στις δύο ταινίες – μια από τις διαφορές της καλύτερα – είναι ότι ο λόγος για τον οποίο η Νύφη απέκτησε ξανά ζωή είναι ο έρωτας. Η ανάγκη ενός άλλου «τέρατος» του Φρανκενστάιν (Κρίστιαν Μπέιλ) να βρει λίγη συντροφιά με ένα πρόσωπο που του ταιριάζει. Και κάπως έτσι, για μια ακόμη φορά, σε μια ακόμη ταινία, μπαίνουμε στον εντελώς λοξό κόσμο της Μαίρη Σέλεϊ, συγγραφέως που έπλασε τον μύθο του «Φρανκενστάιν» – αν και στην πραγματικότητα, όπως την ακούμε να λέει στην αρχή της ταινίας, αυτό που πραγματικά ήθελε να πει δεν μπορούσε καν να το σκεφτεί.

Η ερωτική ιστορία της Νύφης ήταν – σύμφωνα με την ταινία – η πραγματική επιθυμία της Σέλεϊ και μιλάμε για μια ιστορία εντελώς αλλόκοτη. Αυτό που ενώνει τον Φρανκενστάιν και τη Νύφη είναι το πάθος της αλληλοκατανόησης, μια χημεία που μπορεί να υπάρξει μόνο ανάμεσα σε δύο παρακατιανούς, δύο ανθρώπινα απόβλητα που ως και στους Μπόνι και Κλάιντ παραπέμπουν (η εποχή της ιστορίας της ταινίας είναι το 1936).

Ομως το ενδιαφέρον σε αυτή την ταινία είναι η ματιά της – γυναικεία σε όλα. Γυναίκα η σκηνοθέτρια/σεναριογράφος, γυναίκα το τέρας, γυναίκα η επιστήμονας, γυναίκα και η αστυνομικός (Πενέλοπε Κρουζ) που καλείται να φωτίσει το μυστήριο της υπόθεσης όταν αρχίζουν τα εγκλήματα (και θα υπάρξουν αρκετά). Και ανάμεσα σε αυτή τη γυναικεία «επέλαση» κάθε αρσενικό στην ταινία δείχνει άβουλο, αδιάφορο, ανεγκέφαλο, αρνητικό και κυρίως αδύναμο. Ολα εδώ, από το Α ως το Ω, είναι γυναικεία υπόθεση, με έναν σχεδόν στρατευμένο τρόπο, κάτι που μπορεί μεν να γίνεται ενοχλητικό αλλά την ίδια ώρα δηλώνει μια άποψη άξια προσοχής.

Ενας παραλίγο ναυτικός

Δύο ελληνικές ταινίες αυτή την εβδομάδα, εκ διαμέτρου αντίθετες σε περιεχόμενο, αισθητική, κινηματογράφηση – τα πάντα. Εμπνευσμένη από τις επιστολές του ποιητή ναυτικού Νίκου Καββαδία, το «Μπιτσκόμπερ» (2025) του Αριστοτέλη Μαραγκού είναι η ιστορία ενός «παραλίγο» ναυτικού, του Ηλία (Χρήστος Πασσαλής), ο οποίος παροπλισμένος στη στεριά βλέπει το όνειρό του να κατακτήσει την θάλασσα να αντανακλάται σε ένα σαπιοκάραβο που βρέθηκε τυχαία στην περιοχή. Αποφασίζει να το φτιάξει από το μηδέν, βρίσκει συνεργείο, «σκοτώνεται» στη δουλειά, αυτός και το προσωπικό του.

Ομως, όπως κάποια στιγμή του λέει ο έμπειρος μηχανικός του (θαυμάσιος στον ρόλο ο Στάθης Κόκκορης), υπάρχουν τρεις κατηγορίες ναυτικών: εκείνοι που ξέρουν τα πάντα για τη θάλασσα, ξέρουν και διαβάζουν τα άστρα, μιλούν μαζί της γιατί την έχουν μέσα τους. Υπάρχουν και εκείνοι που με το που βγαίνουν στα ανοιχτά νοσταλγούν τη στεριά και υπάρχουν και οι «μπιτσκόμπερ», οι εξαρχής losers, αυτοί που όσο και αν προσπαθήσουν δεν θα μπορέσουν ποτέ να κατακτήσουν τη θάλασσα γιατί «δεν το ‘χουν».

Αυτοί θα βασανίζονται για πάντα μέσα τους γιατί γνωρίζουν ότι όσο και να προσπαθήσουν δεν θα γίνουν ποτέ ναυτικοί. Το υπαρξιακό δράμα ενός τέτοιου ανθρώπου παρακολουθούμε στην ταινία και ο ρόλος ταιριάζει στον Πασσαλή, ο οποίος φτιάχνει μια εικόνα «εύθραυστης αρρενωπότητας» που είναι και ο παλμός της. Οσο τσαμπουκάς και μάγκας θέλει ο Ηλίας να δείχνει τόσο σου δίνει την εντύπωση ότι υποδύεται κάτι που δεν είναι, γιατί η θέση του βρίσκεται αλλού και η μάχη με τον εαυτό του είναι η σκληρότερη όλων.

Αυτή η μάχη «εικονογραφείται» με πειθώ και σε πολύ ατμοσφαιρικό, χειμωνιάτικο πλαίσιο, μια παραλία που θυμίζει νεκροταφείο χάρη στη διεύθυνση φωτογραφίας του Γιώργου Καρβέλα και τον καλό πρωταγωνιστή, στα παπούτσια του οποίου θεατής μπαίνει για να τον καταλάβει και να τον συναισθανθεί. Καταλήγουμε σε ένα αξιόλογο σκηνοθετικό ντεμπούτο στη live action ταινία μεγάλου μήκους μυθοπλασίας του Μαραγκού, αλλά και μια ταινία που συχνά σου δίνει την εντύπωση ότι παρακολουθείς κάτι πολύ «μεγαλύτερο» από αυτό που τελικά το «Μπιτσκόμπερ» πραγματικά είναι.

Γάμος σε επεισόδια

Στην απέναντι όχθη, η ελληνική κωμωδία «Φίλοι για πάντα» (2026), πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του Κωνσταντίνου Μουσούλη (σενάριο και σκηνοθεσία). Μια ταινία που δεν προπαθεί να σου πει ότι θα ανακαλύψεις την πυρίτιδα αλλά προσφέρεται ως κάτι αξιοπρεπώς κατασκευασμένο. Παρακολουθώντας την, αντιλαμβάνεσαι ότι υπήρξε σχεδιασμός πίσω της και (μέχρι ενός σημείου) ικανοποιητική εκτέλεση.

Ο γάμος είναι ένα θέμα που ανέκαθεν «πουλούσε» και μάλλον δεν θα πάψει ποτέ να «πουλάει». Και πράγματι, γύρω από έναν γάμο είναι στημένο όλο το παραμύθι, το οποίο ο Μουσούλης έχει μοιράσει σε κεφάλαια. Ο γαμπρός (Θανάσης Τσαλταμπάσης) πηγαίνει στον γάμο μεθυσμένος, η νύφη (Αγοραστή Αρβανίτη) «τα παίρνει» άσχημα και οι φίλοι τους αναλαμβάνουν καθήκοντα πυροσβέστη. Με αυτή την αφορμή και δικαιολογώντας τον τίτλο της ταινίας, ο Μουσούλης θα προσπαθήσει να μας δώσει μια εικόνα αυτών των φίλων που περιστοιχίζουν το ζευγάρι που πρόκειται να παντρευτεί.

Φλας μπακ λοιπόν με μικρές ιστορίες που αφορούν αυτούς τους φίλους, ανάμεσα στις οποίες ένα δάγκωμα φιδιού σε γεννητικά όργανα, μια βεντέτα που δεν λέει να τελειώσει στην Κρήτη και ένας αγώνας πυγμαχίας ανάμεσα σε δύο πιτσιρίκια. Στην πραγματικότητα παρακολουθούμε μια συρραφή διαφορετικών ταινιών μικρού μήκους γύρω από τον ίδιο άξονα, ο οποίος όμως θα έπρεπε να είναι λίγο ισχυρότερος. Αυτό σημαίνει ότι τα επεισόδια γύρω από τον γάμο δείχνουν να έχουν μεγαλύτερη σημασία από τον ίδιο τον γάμο.

Από την άλλη μιλάμε για μια ταινία που λέγεται «Φίλοι για πάντα», άρα πρέπει να καταλάβουμε τους λόγους για τους οποίους οι ήρωές της είναι για πάντα φίλοι. Κάποια από τα επεισόδια είναι πραγματικά αστεία, κάποια λιγότερο και κάποια καθόλου. Ολα όμως έχουν κοινό στόχο: θέλουν να σου φτιάξουν τη διάθεση. Το βασικό καστ συμπληρώνουν οι Ντορέττα Παπαδημητρίου, Θανάσης Αλευράς, Ζήσης Ρούμπος, Ματίνα Νικολάου, Γιάννης Απέργης, Χρύσα Μιχαλοπούλου, Τάκης Παπαματθαίου και ο ελληνοαυστραλός ηθοποιός Λούις Μάντιλορ).

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.