Ενώ η βαθιά και διάχυτη συγκίνηση που προκάλεσε το σιδηροδρομικό δυστύχημα των Τεμπών υπήρξε απολύτως φυσιολογική, πόσο φυσιολογικός ήταν ο συνωμοσιολογικός παροξυσμός και οι παρανοϊκές θεωρίες συγκάλυψης που ακολούθησαν και συνεχίζονται με διάφορα προσχήματα μέχρι σήμερα; Πόσο φυσιολογικό είναι, δηλαδή, να υπάρχουν γονείς, ευτυχώς ελάχιστοι, που σκέφτηκαν, ή μάλλον αποδέχτηκαν, την ανατριχιαστική ιδέα της εκταφής των παιδιών τους, με ομολογημένο ή ανομολόγητο σκοπό να πληροφορηθούν αν η αιτία θανάτου οφειλόταν σε κάποια άγνωστη ουσία που δήθεν μετέφερε παράνομα το τρένο; Πόσο φυσιολογικό είναι το γεγονός ότι σύσσωμη η αντιπολίτευση εργαλειοποίησε το δυστύχημα, ότι συγκεκριμένα κόμματα και πολιτικοί το εκμεταλλεύτηκαν και το εκμεταλλεύονται προς ίδιον όφελος, και μάλιστα ότι ένας γονιός μετέτρεψε την απήχηση που είχε το προσωπικό της δράμα σε πρόθεση για δημιουργία πολιτικού κόμματος; Πόσο φυσιολογική είναι η αμφισβήτηση της ακεραιότητας ενός εξαιρετικού εφέτη ανακριτή και της ανακριτικής διαδικασίας, της σύνθεσης του δικαστηρίου που θα δικάσει την υπόθεση καθώς και η εκ προοιμίου αμφισβήτηση της απόφασής του;
Και αντίστροφα, πόσο φυσιολογικό είναι οι εκδηλώσεις μνήμης για εθνικές τραγωδίες να είναι τόσο επιλεκτικές, δηλαδή μαζικές και επίμονες για το δυστύχημα στα Τέμπη αλλά μηδενικές για τη φονική δασική πυρκαγιά στο Μάτι; Πόσο φυσιολογική είναι η συλλογική αμνησία όσον αφορά τους 104 νεκρούς όλων των ηλικιών που βρήκαν φρικτό και βασανιστικό θάνατο στις 23 Ιουλίου 2018 και τους 170 εγκαυματίες που αντιμετώπισαν και αντιμετωπίζουν σοβαρές σωματικές και ψυχολογικές συνέπειες; Πόσο φυσιολογικό είναι που δεν υπήρξαν μαζικές διαδηλώσεις κατά του «εγκλήματος» στο Μάτι, ούτε αίτημα να διωχτούν για «συγκάλυψη» ο αρμόδιος υπουργός και ο τότε πρωθυπουργός, που μάλιστα είχαν άμεση εμπλοκή στο δραματικό συμβάν; Μήπως επειδή η φονική πυρκαγιά συνέβη με κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, όπως και η φονική πλημμύρα στη Μάνδρα το 2017, ενώ το δυστύχημα των Τεμπών με κυβέρνηση ΝΔ; Και μήπως ισχύει το ίδιο για τους τρεις υπαλλήλους (η μία έγκυος) που βρήκαν ασφυκτικό θάνατο στο υποκατάστημα της Marfin τον Μάιο του 2010, με κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ; Οταν οι συμπτώσεις επαναλαμβάνονται, παύουν να είναι συμπτώσεις.
Και για να κλείσω, πόσο φυσιολογικό είναι το δυστύχημα των Τεμπών να αποκαλείται «έγκλημα», ακόμη και «δολοφονία», να αποδίδονται, δικαιολογημένα, ευθύνες σε διοικητικούς υπαλλήλους, την εποπτεύουσα αρχή, και πολιτικά πρόσωπα, αλλά ταυτόχρονα να αποσιωπάται ο αυτουργός του «εγκλήματος» και οι άμεσοι συνεργοί του; Αναφέρομαι προφανώς στον μοιραίο σταθμάρχη που έστειλε την αμαξοστοιχία στην αντίθετη γραμμή, στους συν αυτώ που επέδειξαν αμέλεια και επιχείρησαν ακόμη και να πλαστογραφήσουν τα στοιχεία της παρουσίας τους στον σταθμό εκείνο το βράδυ, και σε όσους, λίγο πριν από το δυστύχημα, χρησιμοποιούσαν την επίσημη συχνότητα για να παραγγέλνουν σουβλάκια, να μιλούν για γυναίκες και να χυδαιολογούν. Πόσο φυσιολογικό είναι να μη βρίσκεται «στα κάγκελα», από οργή και αγανάκτηση για τέτοιες συμπεριφορές, σύσσωμη η κατά τα άλλα ευαίσθητη και μαχητική αντιπολίτευση, ούτε καν οι συγγενείς των θυμάτων, και να μην απαιτούν την αυστηρότερη δυνατή τιμωρία τους;
Ο βασικός λόγος είναι ότι πολύ σύντομα το δυστύχημα πολιτικοποιήθηκε και κρίθηκε προφανώς ότι η καταγγελία του σταθμάρχη και συναδέλφων του δεν θα είχε αξιόλογο πολιτικό όφελος. Οπως και με τον νεκρό μηχανοδηγό που κατηγορήθηκε ψευδώς ως λαθρέμπορος και άνθρωπος του πρωθυπουργού, έγινε προσπάθεια να υποστηριχτεί ότι ο σταθμάρχης ήταν νεοδημοκρατικό ρουσφέτι, αλλά σύντομα φάνηκε ότι αυτό το πρόσχημα δεν ήταν ικανό να στηρίξει μια σφοδρή και παρατεταμένη αντικυβερνητική εκστρατεία. Ο δεύτερος λόγος συνδέεται με τη στρεβλή αλλά κυρίαρχη αντίληψη στην κοινωνία ότι ο σταθμάρχης ως «εργαζόμενος» φέρει μικρή ευθύνη για ό,τι συνέβη. Σε τελευταία ανάλυση, αυτός έκανε ένα λάθος και μάλιστα κατανοητό, αφού ο σταθμός δεν ήταν επαρκώς εξοπλισμένος.
Ο Μιχαήλ Πασχάλης είναι ομότιμος καθηγητής Κλασικής Φιλολογίας
του Πανεπιστημίου Κρήτης






