Αν και ο δημόσιος διάλογος στη χώρα μας βρίσκεται καμιά σαρανταριά χρόνια πίσω, έχει προχωρήσει: πριν από δυο-τρεις δεκαετίες όποιος εξίσωνε τον φασισμό με τον κομμουνισμό οστρακιζόταν εκ της πόλεως. Έτσι, αυτές τις μέρες εκτυλίσσονται περισπούδαστες αναλύσεις και σπινθηροβόλοι διάλογοι περί συνάφειας του φασισμού με τον κομμουνισμό και, προπάντων, περί των ριζικών διαφορών μεταξύ τους. Προφανώς, δεν μπορώ να εξαντλήσω το θέμα στον χώρο ενός άρθρου· μπορώ όμως να παρατηρήσω την άγνοια της ιστορίας και τη θωπεία του ΚΚΕ.

Εν πάση περιπτώσει, οι ομοιότητες του φασισμού με τον σοσιαλισμό είναι ιδεολογικές, φιλοσοφικές, αισθητικές και πολιτικές. Όμως, το πράγμα είναι πιο περίπλοκο. Πράγματι, στις αρχές του 20ού αιώνα, παρά τον ανοιχτό ανταγωνισμό μεταξύ φασισμού και σοσιαλισμού, οι φασίστες και αργότερα οι ναζιστές ενσωμάτωναν στο πρόγραμμά τους ορισμένες σοσιαλιστικές ιδέες: καθώς τα χαμηλά κοινωνικά στρώματα εχθρεύονταν τον καπιταλισμό με τις μεγάλες επιχειρήσεις και τους χρηματοπιστωτικούς θεσμούς, ήσαν επιρρεπή σε κολεκτιβιστικές αντιλήψεις· η αντίληψη των φασιστών ότι η κοινωνία ήταν σημαντικότερη από το άτομο είχε απήχηση στις μάζες. Έτσι, για λίγο καιρό, ο φασισμός εμφανίστηκε περισσότερο ως αντικαπιταλιστικό παρά ως αντικομμουνιστικό κίνημα, με στόχο να κερδίσει την εργατική τάξη και να την εμποδίσει να υποκύψει στον μπολσεβικισμό.

Πλην όμως, οι φασίστες ήταν αφοσιωμένοι στην εθνική ενότητα· δεν αναγνώριζαν ως κινητήρια δύναμη της ιστορίας τις ταξικές αντιθέσεις. Όσο για τους λενινιστές, αν και στη Σοβιετική Ένωση οικοδομούσαν πανίσχυρο κράτος όπως έκανε ο Μουσολίνι στην Ιταλία, επικαλούνταν την ιδέα του Λένιν στο «Κράτος και επανάσταση» για τη σταδιακή εξασθένιση και την τελική κατάργησή του· μια ιδέα που είχε προσελκύσει στον πρώιμο μπολσεβικισμό πολλούς αναρχικούς. Άλλοι μαρξιστές έβλεπαν το κράτος ως οντότητα συγγενική με εκείνη της ιταλικής αυταρχικής παράδοσης, σύμφωνα με την οποία το κράτος εκπροσωπεί το ανώτερο ηθικό ιδανικό, τη συντριβή του ατόμου έναντι του συνόλου.

Μερικές από τις φιλοσοφικές διδασκαλίες του κομμουνισμού και του φασισμού βασίστηκαν στον Χέγκελ: καθώς το έργο του μπορεί να διαβαστεί με πολλούς τρόπους, στοιχεία των ιδεών του καταλήγουν σε διαφορετικές κοσμοαντιλήψεις. Ο Χέγκελ επηρέασε τις απόψεις του Μαρξ για την ιστορία, οι οποίες διαμόρφωσαν τη θεωρία του προλεταριακού κινήματος, όπως και τις απόψεις των φασιστών για το κράτος – ο θαυμασμός του για το κράτος, ιδιαίτερα όπως φαίνεται στην πραγματεία για τη φιλοσοφία του δικαίου, αξιοποιήθηκε από τους συντηρητικούς εθνικιστές. Λόγω αυτού του φιλοσοφικού εύρους, οι θαυμαστές του του Χέγκελ χωρίστηκαν στους λεγόμενους αριστερούς ή «νεαρούς χεγκελιανούς» και στους δεξιούς χεγκελιανούς, πολλοί εκ των οποίων κινήθηκαν από τη χεγκελιανή αριστερά στη δεξιά και το αντίστροφο. Η κοινή αναφορά στον Χέγκελ -στον ιστορικισμό, στον ντετερμινισμό, στη διαλεκτική- συμπληρωνόταν από ιδέες ιστορικής αποστολής, από την απόρριψη του υπαρκτού ανθρώπου ως παρακμιακού, από την ανάγκη της ηθικής και πολιτισμικής αναγέννησης, από την προτεραιότητα της πράξης έναντι της σκέψης, από την αποδοχή της βίας ως εργαλείου ιστορικής αναμόρφωσης (το φερόμενο ως ιησουιτικό δόγμα «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα») κι από την ανάδειξη της ιδεολογίας σε πολιτική θρησκεία.

Τα φασιστικά και τα κομμουνιστικά καθεστώτα που δημιουργήθηκαν στον 20ό αιώνα απέρριπταν τον φιλελευθερισμό, τον πλουραλισμό, την αστική δημοκρατία· έδιναν έμφαση στο κράτος ως ρυθμιστή της κοινωνίας (αν και με διαφορετικούς σκοπούς: κράτος «εργαλείο της εργατικής τάξης» ή φορέας του εθνικού μεγαλείου) και ενθάρρυναν τη μαζική κοινωνική συμμετοχή μέσω οργανώσεων νέων, παραστρατιωτικών ομάδων, παρελάσεων, συλλογικών τελετουργιών. Αμφότερα τα συστήματα χτίζονταν με οικονομικό παρεμβατισμό, προπαγάνδα, προσωπολατρία, ιδεολογικοποίηση των πάντων και συστηματική κατασκευή εχθρών: ο φασισμός εχθρευόταν τους Εβραίους, τους μαρξιστές, τους φιλελευθέρους κτλ, ενώ ο σοσιαλισμός εχθρευόταν τους «αστούς», τους αντεπαναστάτες, τους κουλάκους, τους οπορτουνιστές, τους λικβινταριστές κι όποιον είχε προσωπική γνώμη -η ενιαία σκέψη είναι κοινό χαρακτηριστικό των δύο ιδεολογιών και συστημάτων. Στις ομοιότητες μπορούν να προστεθούν η επαναστατική μεγαλοστομία και η φρασεολογία της ρήξης: τόσο ο φασισμός όσο και ο επαναστατικός σοσιαλισμός επαγγέλλονται ρήξη με το παλαιό καθεστώς και οικοδόμηση νέας τάξης πραγμάτων· νέου ανθρώπου, νέας κοινωνίας, νέων ηθών.

Αλλά, παρότι ο φασισμός και ο κομμουνισμός είναι ολοκληρωτικές ιδεολογίες, οι διαφορές μεταξύ τους παραμένουν αξιοσημείωτες. Ο κομμουνισμός ορίζεται ως «θεωρία ή σύστημα κοινωνικής οργάνωσης στο οποίο όλη η περιουσία ανήκει στην κοινότητα και κάθε άτομο συνεισφέρει και λαμβάνει ανάλογα με τις ικανότητες και τις ανάγκες του». Βάσει της μαρξιστικής θεωρίας, ο σοσιαλισμός είναι «το μεταβατικό στάδιο της ιστορικής εξέλιξης που έπεται της κατάργησης του καπιταλισμού και προηγείται του κομμουνισμού», ο οποίος, όπως προανέφερα, προβλέπεται ως αταξικό σύστημα χωρίς κράτος. Τουτέστιν, το ιδεώδες του κομμουνισμού, όπως το περιγράφουν οι θεμελιωτές του, δεν έχει επιτευχθεί στην ιστορία· αυτό που επετεύχθη ήταν τοπικές εφαρμογές του μαρξισμού: ο σταλινισμός στη Σοβιετική Ένωση, ο τιτοϊσμός στη Γιουγκοσλαβία, ο μαοϊσμός στην Κίνα κτλ. Οι υπήκοοι αυτών των χωρών είχαν διαφορετικές εμπειρίες από το καθένα από τα εν λόγω καθεστώτα ανάλογα με το ποια θέση κατείχαν στην κοινωνία.

Κοντολογίς, η εξομοίωση φασισμού και σοσιαλισμού, συχνά προϊόν πολιτικής σκοπιμότητας ή απλουστευτικής ρητορικής, είναι λανθασμένη. Αν και οι ιδεολογικές βάσεις, οι αντιλήψεις περί ελευθερίας, κοινωνικής δικαιοσύνης και ανισότητας έχουν παρόμοιο περίγραμμα, το περιεχόμενό τους διαφέρει. Αυτό που πρέπει να κρατήσουμε από τη σύγκριση είναι ότι ο σοσιαλισμός δεν ταυτίζεται με τον αντιφασισμό κι ότι ο αντιφασισμός μπορεί κάλλιστα να περιλαμβάνει ολοκληρωτικά και φασιστικά στοιχεία. Αν και στη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου οι σοσιαλιστές και οι κομμουνιστές ταυτίστηκαν με τον αντιφασισμό, η φασιστικοποίηση ελλοχεύει σε όλα τα συστήματα κεντρικού σχεδιασμού που απαιτούν συγκέντρωση εξουσίας και εξασθένιση της ατομικής ελευθερίας με μηχανισμούς κατασκευής ενιαίας σκέψης, μονοκομματικού κράτους, λατρείας του ηγέτη, βίαιης καταστολής της διαφωνίας, παρεμβατικότητας στη ζωή των πολιτών. Η ουτοπιστική λογική αμφοτέρων οδηγεί, αναπόφευκτα, σε εφιαλτικές δυστοπίες.

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.