Το είπε πρώτα από τηλεπλατό. «Δεν μπορεί τώρα κάποιοι να λένε γενικά “όχι ήταν πατριώτες, ήταν Ελληνες”. Βεβαίως, Ελληνες ήτανε, πατριώτες ήτανε, αγωνιστές ήτανε, αλλά ήταν κομμουνιστές». Το επανέλαβε την ίδια μέρα στο Σκοπευτήριο, μπροστά στα μέλη του Κόμματος που πήραν μέρος στην εκδήλωση της ΚΝΕ. «Η ιστορική αλήθεια», τους εξήγησε για να τ’ ακούσουν οι άλλοι, «λέει ότι αυτοί οι αγωνιστές που έπεσαν από το βόλι του κατακτητή ήταν μέλη και στελέχη του ΚΚΕ». Το ξεκαθάρισε κι από το βήμα της Βουλής. «Αφιέρωσαν τη ζωή τους σε ανώτερα ιδανικά, στον αγώνα για μια Ελλάδα ελεύθερη από κατακτητές, αλλά και από ντόπιους εκμεταλλευτές του λαϊκού μόχθου, για μια σοσιαλιστική Ελλάδα». Ο Δημήτρης Κουτσούμπας διέκρινε αμέσως την ευκαιρία για τον Περισσό. Αλλά, διέβλεψε και τον κίνδυνο. Ετσι, έσπευσε να διαλαλήσει ποιοι είναι οι νόμιμοι πολιτικοί κληρονόμοι της συγκίνησης που προκάλεσαν οι φωτογραφίες από την εκτέλεση των 200.
Ετρεξε να προλάβει τους λοιπούς αριστερούς – που διεκδίκησαν με αναρτήσεις ή επιστολές προς την υπουργό Πολιτισμού και τον πρόεδρο του κοινοβουλίου το μερίδιό τους από το αναζωπυρωμένο ενδιαφέρον της κοινής γνώμης για την Πρωτομαγιά του 1944. Δεν παραμέλησε όμως να συνδέσει τις υψωμένες γροθιές ή τα αγέρωχα βλέμματα των φωτογραφικών ντοκουμέντων με το παρόν, υπονοώντας πως μόνο οι ορίτζιναλ κόκκινοι μπορούν να αντιπαρατεθούν με τη Δεξιά για το καλό του λαού.
Εύλογα. Το σημερινό ΚΚΕ – αυτό του οποίου ηγείται – δεν υποτιμά την δύναμη των εικόνων. Ούτε αγνοεί την καθοριστική συμβολή της επικοινωνίας στην αύξηση των ποσοστών μιας πολιτικής δύναμης. Οι κομματικές ανακοινώσεις συνεχίζουν να γράφονται στην κομμουνιστική ιδιόλεκτο του 19ου αιώνα. Ο γ.γ. του, ωστόσο, έχει περάσει περίοδο που αναδεικνυόταν ο πιο δημοφιλής πολιτικός αρχηγός στα γκάλοπ – ενώ τώρα εμφανίζεται συχνά στη δεύτερη θέση του συγκεκριμένου δημοσκοπικού δείκτη. Εχει πιάσει το πνεύμα της εποχής τρολάροντας τις κωνσταντοπουλικές καρδούλες. Και πολλές ατάκες του χρησιμοποιούνται πια για να σατιρίσει το Luben την πολιτική επικαιρότητα. Οσοι τον γνωρίζουν, βέβαια, διευκρινίζουν πως έτσι μιλάει και μακριά από κάμερες και μικρόφωνα. Δεν υποδύεται τον λαϊκό ή τον χιουμορίστα.
…Και από την ανάποδη
Ανθρωποι που δούλευαν στον «Ριζοσπάστη», όταν ήταν διευθυντής της εφημερίδας, του αναγνωρίζουν ειλικρινή φιλεργατική διάθεση. Πολιτικοί αναλυτές αποδίδουν την απήχηση που έχει πλέον το ΚΚΕ στις νεαρές ηλικίες όχι μόνο στις διαδικτυακές καμπάνιες που κάνει εδώ και μερικά χρόνια αλλά και στον χαρακτήρα του επικεφαλής του. «Είναι συμπαθές πρόσωπο», αναφέρει ένας τέτοιος. Παρατηρεί, μάλιστα, πως ακόμη και πολίτες που διαφωνούν ιδεολογικά μαζί του, τον αντιμετωπίζουν σαν αξιόπιστο πολιτικό εξαιτίας της σταθερότητας των απόψεών του.
Βέβαια, παρότι δεν ανταποκρίνεται στο προφίλ του κομμουνιστή που σκιαγραφεί εκείνο το τσορτσιλικό αστείο – σύμφωνα με το οποίο οι πιστοί στον κομμουνισμό μοιάζουν με κροκόδειλους επειδή δεν ξέρεις αν ανοίγουν το στόμα τους για να χαμογελάσουν ή να σε κατασπαράξουν –, έχει αποστηθίσει κάθε κεφάλαιο των ευαγγελίων της κουκουέδικης ορθοδοξίας. Και τα επικαλείται ως θεόπνευστα όποτε ασκεί αντιπολιτευτική κριτική. Παρά την άνεση με την οποία απευθύνεται στον μέσο ψηφοφόρο, επιστρατεύει ξύλινα τσιτάτα κατά του ιμπεριαλισμού, του καπιταλισμού και της επάρατης αστικής δημοκρατίας. Κι όχι μόνο. Κομίζει λύσεις στα λαϊκά προβλήματα που δοκιμάστηκαν κι απέτυχαν γιατί δεν λαμβάνουν υπόψη πόσο αρέσουν στους περισσότερους η ιδιοκτησία, το κέρδος, το κεφάλαιο.
Για όλους τους παραπάνω λόγους επικριτές του περιγράφουν τις ακλόνητες πολιτικές του πεποιθήσεις ως εμμονική προσήλωση σε μια ωραιοποιημένη εκδοχή του αριστερού παρελθόντος. Ο τρόπος που παρενέβη στον δημόσιο διάλογο για τις φωτογραφίες μάλλον επιβεβαιώνει τη μομφή (όπως κι η απαίτηση να δοθούν αυτές «εκεί που ανήκουν», στο Σπίτι του Λαού και δύο δήμους με δημάρχους ομοϊδεάτες του).
Πάντως, διαφημίζοντας το κομματικό μαρτυρολόγιο, δεν αποδεικνύει την ηθική ανωτερότητα του ΚΚΕ. Γιατί, ως νούμερο ένα της ΚΕ του, επιχείρησε να εκμεταλλευτεί τα τεκμήρια που αγόρασε το κράτος για να χειραγωγήσει τη συλλογική μνήμη, όπως αντιτείνουν εκείνοι που θυμούνται ότι τα στελέχη και τα μέλη του Κόμματος αγωνίζονταν και για την πατρίδα και για τη σοβιετικού τύπου λαοκρατία.
Οποιοι λοιπόν εκτιμούν ότι αποπειράται να εκμοντερνίσει το κόμμα του, θα πρέπει – για να παραφράσουμε ελαφρώς τον Χρουστσόφ – να περιμένουν μέχρι που μια γαρίδα θα μάθει να σφυρίζει προκειμένου να εγκαταλείψει ο Κουτσούμπας τον -ισμό που τον διαμόρφωσε.






