Mε μια ιστορική απόφαση το Μονομελές Πλημμελειοδικείο της Αθήνας, με «πυξίδα» τα στοιχεία που προέκυψαν από την πολύμηνη και ενδελεχή διαδικασία για την υπόθεση των τηλεφωνικών υποκλοπών, έστρεψε τον προβολέα της Δικαιοσύνης στο αδίκημα της κατασκοπείας βάζοντας στο κάδρο των νέων ερευνών, όχι μόνο τους τέσσερις κατηγορούμενους επιχειρηματίες που κηρύχθηκαν ένοχοι, αλλά και οκτώ ακόμα μάρτυρες, όπως και άγνωστα πρόσωπα που όλα αυτά τα χρόνια παραμένουν στο απυρόβλητο.
Ο πρόεδρος του δικαστηρίου Νίκος Ασκιανάκης και ο εισαγγελέας της έδρας Δημήτρης Παυλίδης, οι οποίοι με υποδειγματικό δικονομικά τρόπο χειρίστηκαν τη σοβαρή αυτή υπόθεση συνθέτοντας με προσοχή, ένα προς ένα, τα κομμάτια ενός «παζλ», οδηγήθηκαν σε μια απόφαση που δείχνει ότι ακόμα και το Μονομελές Πλημμελειοδικείο της Αθήνας με μία απόφασή του μπορεί να υψώσει τείχος προστασίας για τις ατομικές ελευθερίες, το κράτος δικαίου και εν τέλει την ίδια τη Δημοκρατία. Γιατί η υπόθεση των τηλεφωνικών υποκλοπών, που είναι αλήθεια ότι δεν βρισκόταν εδώ και μήνες στην πρώτη γραμμή της επικαιρότητας, αποδείχθηκε ότι αφορά όχι μόνο τους στόχους εκείνους που είχε παραβιαστεί το τηλεφωνικό τους απόρρητο με το κακόβουλο λογισμικό Predator, όχι μόνο έναν ευρύτερο κύκλο προσώπων – κυβερνητικών αξιωματούχων, εκπροσώπων της δικαστικής εξουσίας και των Ενόπλων Δυνάμεων – που αν και είχαν δεχθεί «μολυσμένο» μήνυμα δεν κλήθηκαν ποτέ να καταθέσουν, αλλά τελικά αφορά και όλους τους πολίτες, οι οποίοι εύλογα περιμένουν ότι τα προσωπικά τους δεδομένα σε μία ευνομούμενη πολιτεία θα παραμένουν ασφαλή.
Βαριά η ετυμηγορία του δικαστηρίου
Με πρώτη ύλη τις καταθέσεις των μαρτύρων και τα στοιχεία που προέκυψαν το δικαστήριο έκρινε ότι οι τέσσερις κατηγορούμενοι, Γιάννης Λαβράνος, Φέλιξ Μπίτζιος, Ταλ Ντίλιαν και Σάρα Αλεξάνδρα Χάμου, τέλεσαν τις αξιόποινες πράξεις που τους αποδίδονται από κοινού και εκτελώντας το σχέδιό τους. Η βαρύτητα και το εύρος των πράξεων αυτών, που συνδέονται με την παραβίαση των προσωπικών δεδομένων και την παραβίαση του απορρήτου των επικοινωνιών, αποτιμήθηκε ποινικά με 126,8 χρόνια φυλάκιση για τον κάθε κατηγορούμενο. Ποινή που προέκυψε αθροίζοντας τις τετελεσμένες και σε απόπειρα προσπάθειες παγίδευσης τηλεφώνων με το κακόβουλο λογισμικό Predator, αν και εκτιτέα, με βάση τον νόμο, λόγω του πλημμεληματικού χαρακτήρα των αδικημάτων, είναι τα 8 χρόνια που αποτελούν και την «οροφή» της ποινής.
Η απόφαση, που απαγγέλθηκε σε μία κατάμεστη από κόσμο δικαστική αίθουσα, γεγονός που είχε και αυτό τη δική του σημασία, συνοδευόταν από τουλάχιστον πέντε «βόμβες» για τους κατηγορουμένους, αλλά και μηνύματα προς όλους εκείνους που είχαν βιαστεί να προδικάσουν την κρίση της Δικαιοσύνης.
Το δικαστήριο με την ετυμηγορία του:
- Κήρυξε ένοχους τους επιχειρηματίες για τις πλημμεληματικές πράξεις της επέμβασης σε σύστημα αρχειοθέτησης δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, από κοινού, τετελεσμένη και σε απόπειρα, της παραβίασης του απορρήτου τηλεφωνικής επικοινωνίας και προφορικής συνομιλίας, από κοινού, τετελεσμένη και σε απόπειρα, αλλά και της παράνομης πρόσβασης σε σύστημα πληροφοριών ή δεδομένα, από κοινού, τετελεσμένη και σε απόπειρα. «Από τη συνεκτίμηση όλων των αποδεκτών μέσων, κυρίως των μαρτυρικών καταθέσεων αλλά και των εγγράφων που διαφώτιζαν την αλήθεια αποδείχθηκε ότι οι κατηγορούμενοι κατόπιν συναπόφασης, μαζί με άλλους συνεργάτες τέλεσαν τις πράξεις με κοινό δόλο. Απόκτησαν πρόσβαση σε προσωπικά δεδομένα και προσωπικές συνδιαλέξεις» ανακοίνωσε ο πρόεδρος του δικαστηρίου, επιφυλασσόμενος για το πλήρες σκεπτικό όταν φτάσει η ώρα της δημοσίευσης της απόφασης. Κάτι που επίσης, αναμένεται με ιδιαίτερο ενδιαφέρον από όλες τις πλευρές.
- Ιδιαίτερη αξία έχει το γεγονός ότι με την ετυμηγορία του το δικαστήριο υιοθέτησε την πρόταση του εισαγγελέα και κατά ορθό νομικό χαρακτηρισμό έκρινε ότι τα αδικήματα δεν είχαν τελεστεί κατ’ εξακολούθηση, αλλά κατά συρροή, γεγονός που επηρέασε το ύψος της ποινής εκτοξεύοντάς την επιβληθείσα ποινή στα 126 χρόνια και 8 μήνες. Σε αυτό το σημείο ο δικαστικός λειτουργός επικαλούμενος τη νομολογία για την πληροφοριακή αυτοδιάθεση και την προστασία της ιδιωτικής ζωής, έκρινε ότι είναι προσωποπαγή τα προσβαλλόμενα έννομα αγαθά. Υπό αυτό το πρίσμα η ποινή που επιβλήθηκε ήταν ξεχωριστή για καθένα από τους συνολικά 87 παθόντες. Το δικαστήριο μάλιστα δεν αναγνώρισε σε κανέναν κατηγορούμενο ελαφρυντικό. Οπως τόνισε ο εισαγγελικός λειτουργός, «το μέγεθος των εγκαταστάσεων, η στράτευση αγνώστων ατόμων, η εμπλοκή μυστικών υπηρεσιών με σαφή γνώση του παράνομου υλικού, η δυνατότητα αποθήκευσης δεδομένων, που ακόμα και τώρα δεν ξέρουμε πού και πότε θα χρησιμοποιηθούν, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η εταιρεία “Ιντελέξα” συνέχισε τη δραστηριότητά της και μετά την αποκάλυψη του σκανδάλου των τηλεφωνικών υποκλοπών, προφανώς με σκοπό το κέρδος, αποκλείει τη δυνατότητα αναγνώρισης ελαφρυντικών». Πρόταση που υιοθετήθηκε από το δικαστήριο, όπως και η απόφαση για ολική έκτιση των ποινών, ενώ ενόψει της ασκηθείσας έφεσης εκ μέρους των κατηγορουμένων ανεστάλη η έκτιση της ποινής τους και οι κατηγορούμενοι μπορούν να παραμείνουν ελεύθεροι, αναμένοντας την κρίση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου που θα δικάσει την υπόθεση σε δεύτερο βαθμό.
- Το επόμενο πεδίο της απόφασης αφορούσε το άνοιγμα της βεντάλιας βάζοντας για πρώτη φορά στο κάδρο των αδικημάτων το αδίκημα της κατασκοπείας, κάτι που είχαν μετ’ επιτάσεως ζητήσει τα θύματα της παρακολούθησης, όπως ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ Νίκος Ανδρουλάκης, ο δημοσιογράφος Θανάσης Κουκάκης και ο πρώην υπουργός Χρήστος Σπίρτζης. Αίτημα όμως που σε προηγούμενο δικονομικό στάδιο έμεινε μετέωρο, δεν αξιολογήθηκε και εν τέλει η δικογραφία τέθηκε στο αρχείο. Γι’ αυτό και το συγκεκριμένο σκέλος της δικαστικής απόφασης, δημιουργεί νέα δεδομένα στην έρευνα όχι μόνο για τους τέσσερις επιχειρηματίες, που είναι ήδη «φορτωμένοι» με μία πρωτόδικη καταδίκη, αλλά και για άλλα πρόσωπα που πέρασαν ως απλοί μάρτυρες από Μονομελές Πλημμελειοδικείο και τώρα θα βρεθούν στο στόχαστρο της Δικαιοσύνης, όπως και τυχόν άλλα άγνωστα πρόσωπα που δεν προέκυψαν από τη διαδικασία, αλλά ενδέχεται να αποκαλυφθεί ο ρόλος τους και συμμετοχική τους δράση στον νέο κύκλο των ερευνών, μετά τη διαβίβαση της δικογραφίας.
- Ξεχωριστό κεφάλαιο, σύμφωνα με την απόφαση του δικαστηρίου, αποτέλεσε η διαβίβαση της δικογραφίας στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθήνας για τους Αιμίλιο Κοσμίδη και Κωνσταντίνο Πετρίση, δύο πρόσωπα που θα ελεγχθούν αναφορικά με την αποστολή του μολυσμένου μηνύματος στον πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ Νίκο Ανδρουλάκη. Ο Κοσμίδης – ο αποκαλούμενος «κρεοπώλης» – ήταν ο κάτοχος της προπληρωμένης κάρτας που χρησιμοποιήθηκε για την αγορά μολυσμένων SMS με Predator, καθώς και άλλων τεχνολογικών μέσων που συνδέονται με τις παράνομες παρακολουθήσεις. Ο Πετρίσης κατονομάστηκε από τον Κοσμίδη ως το πρόσωπο που εργαζόταν σε κατάστημα κινητής τηλεφωνίας και το οποίο φέρεται ότι παρείχε «διευκολύνσεις» προς την Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών. Η διαβίβαση για τον Κοσμίδη αφορά το αδίκημα της συνέργειας. Οπως ανέφερε ο εισαγγελέας, «δεν έδωσε πειστικές εξηγήσεις για τη χρήση της κάρτας και υπέπεσε σε αντιφάσεις», προσθέτοντας ότι ενδεχομένως πρέπει να συσχετιστούν οι μηνύσεις του Νίκου Ανδρουλάκη και του Θανάση Κουκάκη. Παράλληλα, ζητήθηκε να διερευνηθεί το αδίκημα της ψευδούς κατάθεσης στο ακροατήριο τόσο για τον Κοσμίδη όσο και για τον Σωτήρη Ντάλλα.
- Η απόφαση του δικαστηρίου έκρυβε όμως και μία ακόμα «βόμβα» που αφορά όσα κατέθεσε ο φερόμενος ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας «Κρίκελ», Σταμάτης Τρίμπαλης, ενώπιον της εξεταστικής επιτροπής, ο οποίος καταθέτοντας στο δικαστήριο παραδέχθηκε ότι λειτουργούσε ως «αχυράνθρωπος» και πως επί της ουσίας πήγε… δασκαλεμένος με γνωστές ερωτήσεις που δέχθηκε όταν πήγε στη Βουλή. Τώρα που ανοίγει ξανά ο φάκελος θα ερευνηθεί αν όσα κατέθεσε ο Τρίμπαλης σχετικά με τη διαδικασία στην εξεταστική επιτροπή της Βουλής συνιστούν ενδεχομένως ψευδή κατάθεση, ενώ θα ερευνηθεί τυχόν ηθική αυτουργία των Λαβράνου και Ντάλλα.
Η σκυτάλη στην Εισαγγελία
Η δικογραφία διαβιβάστηκε για περαιτέρω έρευνα και για το αδίκημα του άρθρου 370 του Ποινικού Κώδικα, που αφορά την απαγόρευση διακίνησης λογισμικών παρακολούθησης και ποινικοποιεί την κατοχή, κατασκευή, εμπορία, εισαγωγή ή διανομή τεχνικών μέσων που προορίζονται για την παράνομη παρακολούθηση τηλεφωνικών επικοινωνιών ή προφορικών συνομιλιών, στοχεύοντας στην προστασία του απορρήτου των επικοινωνιών.
Σε κάθε περίπτωση με τη χθεσινή απόφαση δεν έπεσαν οι τίτλοι τέλους, όπως συνήθως συμβαίνει με την ανακοίνωση της ετυμηγορίας ενός δικαστηρίου. Αντίθετα, το δεύτερο μέρος των ερευνών προμηνύεται ακόμα πιο ενδιαφέρον από το πρώτο και ουδείς μπορεί να προδικάσει ούτε το εύρος των αδικημάτων, ούτε τον αριθμό των εμπλεκόμενων προσώπων. Το Μονομελές Πλημμελειοδικείο έδειξε τον δρόμο. Η Εισαγγελία τώρα καλείται πάρει το… νήμα από εκεί όπου το άφησε το δικαστήριο και να φωτίσει όλες τις πτυχές της υπόθεσης ανοίγοντας τον δρόμο ενδεχομένως για νέα δίκη, ακόμα και για κακουργήματα.






