Ο καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς πήγε «διαβασμένος» στην Κίνα. «Ενα άλογο δεν δείχνει μόνο του τη δύναμή του, αλλά μόνο σέρνοντας την άμαξα μαζί με άλλα, λένε στην Κίνα» δήλωνε στους δημοσιογράφους ξεκινώντας την πρώτη του επίσκεψη στο Πεκίνο. Η παραπομπή στην κινεζική ρήση δεν ήταν μόνο φιλοφρόνηση του Μερτς στην κινεζική ηγεσία – τον πρόεδρο Σι Τζιπίνγκ και τον πρωθυπουργό Λι Τσιανγκ, οι οποίοι εν μέσω της αλλαγής χρονιάς στο κινεζικό ημερολόγιο υποδέχθηκαν τον γερμανό καγκελάριο στο Πεκίνο. Μια ιδιαίτερη τιμή, αναγνώρισε ο Μερτς. Αποτυπώνει και τη συναντίληψη για την «ολοκληρωμένη στρατηγική συνεργασία» στις σχέσεις Γερμανίας και Κίνας, την εμβάθυνση των οποίων θέλουν και οι δύο πλευρές.
Για τον γερμανό καγκελάριο, οι γερμανο-κινεζικές σχέσεις είναι μια «ιστορία επιτυχίας». Αλλά με αστερίσκους. Παράδειγμα το έλλειμμα της Γερμανίας στο εμπορικό ισοζύγιο των δύο χωρών. «Ανέρχεται στα 80 δισ. ευρώ και έχει τετραπλασιαστεί μέσα σε πέντε χρόνια. Αυτή η δυναμική δεν είναι υγιής, επομένως το αντιμετωπίζουμε και προσπαθούμε να βρούμε τρόπους για να μειώσουμε το έλλειμμα» είπε ο Μερτς. Προέκυψε κυρίως από την πλεονάζουσα παραγωγική ικανότητα της Κίνας. «Θα συνεχίσουμε να συζητούμε για περιορισμούς πρόσβασης και περιορισμούς εξαγωγών» είπε ο καγκελάριος, θέλει ξεπεραστούν οι δυσκολίες «με ανοιχτές συνομιλίες».
Η Γερμανία πλήρωσε ακριβά τη μονομερή ενεργειακή εξάρτησή της από το φυσικό αέριο της Ρωσίας, θέλει να αποφύγει επανάληψη μονομερών εξαρτήσεων σε αλυσίδες εφοδιασμού, πρώτες ύλες και σπάνιες γαίες. Ο γερμανός καγκελάριος ζήτησε «έντιμο ανταγωνισμό» για τις επιχειρήσεις – οι συζητήσεις θα συνεχιστούν σε επίπεδο ΕΕ που είναι υπεύθυνη για τη σύναψη εμπορικών συμφωνιών.
Ο καγκελάριος είχε μαζί του την επιχειρηματική ελίτ της Γερμανίας, πάνω από 30 διευθύνοντες συμβούλους και οικονομικούς παράγοντες που διαπραγματεύονται τις δικές τους συμφωνίες. Η πρώτη ανακοινώθηκε ήδη: Η Κίνα πρόκειται να παραγγείλει έως 120 αεροσκάφη στην Airbus. «Κάθε επιχείρηση που θέλει να παραμείνει παγκόσμιος παίκτης πρέπει να έχει επιτυχή παρουσία στην κινεζική αγορά, η οποία θα παραμείνει μία από τις μεγαλύτερες εσωτερικές αγορές» σχολίασε ο καθηγητής Εμπερχαρντ Ζαντσνάιντερ στο δημόσιο κανάλι Phoenix. Παρέπεμψε στο παράδειγμα του κλάδου της χημικής βιομηχανίας: «Σε μερικά χρόνια το 50% της παγκόσμιας αγοράς θα παράγεται στην Κίνα. Επιχείρηση που δεν είναι παρούσα στην Κίνα θα μειονεκτεί. Το γνωρίζουν αυτό οι διευθύνοντες σύμβουλοι των μεγάλων επιχειρήσεων, αλλά και οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις, για αυτό και πιέζουν για την πρόσβαση στην Κίνα».
Η Μόσχα «ακούει» το Πεκίνο
Και ο ηγέτης της Κίνας Σι θέλει την αναβάθμιση της «ολοκληρωμένης στρατηγικής σχέσης Γερμανίας – Κίνας σε νέο επίπεδο». Χαρακτήρισε την πολιτική του Μερτς για την Κίνα «πραγματιστική», υπονοώντας τη διαφορά με την εξωτερική «πολιτική αξιών» που ακολουθούσε η Πράσινη υπουργός Εξωτερικών της προηγούμενης κυβέρνησης Αναλένα Μπέρμποκ. Ο Σι τόνισε ότι η Κίνα και η Γερμανία θα πρέπει να ενισχύσουν τον κεντρικό ρόλο των Ηνωμένων Εθνών και να υπερασπιστούν την πολυμερή οργάνωση, το διεθνές δίκαιο και το ελεύθερο εμπόριο.
Τους ίδιους στόχους για τη διεθνή τάξη ακολουθεί και ο Μερτς. Αναγνώρισε την ανέλιξη της Κίνας στη χορεία των «μεγάλων δυνάμεων», με «φωνή που ακούγεται σε όλον τον κόσμο», αλλά «συνοδεύεται και από ευθύνες». Για αυτό και ζήτησε από την κινεζική ηγεσία και τον Σι να ασκήσει την επιρροή του για να τερματιστεί ο επιθετικός πόλεμος της Ρωσίας στην Ουκρανία. «Η Μόσχα ακούει το Πεκίνο» είπε ο Μερτς και αυτό «πρέπει να ισχύει τόσο για τα λόγια όσο και για τις πράξεις».
Οσο για τις εντάσεις στην περιοχή Ινδο-Ειρηνικού, ο καγκελάριος ζήτησε να αποφευχθεί η κλιμάκωση. «Η ένωση με την Ταϊβάν μπορεί να επιτευχθεί μόνο με ειρηνικά μέσα» δήλωσε ο Μερτς. Η «πολιτική της μίας Κίνας» της Γερμανίας παραμένει σε ισχύ. Αυτό σημαίνει ότι η Γερμανία αναγνωρίζει επίσημα μόνο την Κίνα βάσει του διεθνούς δικαίου, όχι την Ταϊβάν. Ωστόσο, υπάρχει στενή συνεργασία με την Ταϊβάν σε οικονομικά και τεχνολογικά θέματα.






