Φίλες μου, γεια σας. Σήμερα θα ασχοληθούμε με τέχνες, που ως γνωστόν είναι ανώτερες και εξευγενίζουν τον άνθρωπο. Και περισσότερο θα ασχοληθούμε με την προσπά θεια ριζοσπαστικών στρωμάτων, που κινούνται στον χώρο του μεταμοντερνισμού, του δικαιωματισμού και των πολιτικών της ταυτότητας, να εισχωρήσουν στους θεσμούς και να αλλάξουν τη σχέση τους με το κοινό. Δεν είναι μυστικό ότι, ιδίως τα τελευταία χρόνια, έχει μεθοδευτεί μια συντονισμένη προσπάθεια του ριζοσπαστισμού να αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο γίνεται η πρόσληψη των τεχνών. Το πρόβλημα δεν είναι ξένο στην Ελλάδα. Αλλά, προφανώς, η προσπάθεια αυτή είναι πιο έντονη σε μεγάλους θεσμούς του εξωτερικού και ιδιαίτερα της Ευρώπης.
Καταρχήν, πρέπει να πω ότι ο ευρωπαϊκός ριζοσπαστισμός, εδώ και πολύ καιρό, επιτίθεται συστηματικά κατά της δημοκρατίας, την οποία επιδιώκει να νοθεύσει και να αλλοιώσει – κι αν θεωρήσουμε ότι εκπρόσωπος αυτού του ριζοσπαστισμού είναι ο Γάλλος Ζαν-Λικ Μελανσόν, ιδρυτής του κινήματος Ανυπότακτη Γαλλία, αν μπορούσε και να την καταλύσει. Ο τρόπος αυτού του ρεύματος είναι κυρίως η ακτιβιστική δράση – και κατά τούτο, η συγγένεια με βίαιες ενέργειες κατά του Αδωνη Γεωργιάδη στο νοσοκομείο της Νίκαιας είναι προφανής. Στις τέχνες, το ρεύμα αυτό εκφράζεται περιφρονητικά απέναντι σε ό,τι δεν συμφωνεί με τον ακτιβισμό του – ακόμα και σε είδωλα που δύσκολα μπορεί κανείς να τα φτάσει.
Κάπως έτσι μπήκε στο στόχαστρο, ο αγαπημένος σκηνοθέτης της προσωπικής μου νεότητας, ο Βιμ Βέντερς, με αξεπέραστες ταινίες την «Αλίκη στις πόλεις», το «Στο πέρασμα του χρόνου» και την «Κατάσταση πραγμάτων». Ο Βέντερς, πρόεδρος της Κριτικής Επιτροπής της φετινής διοργάνωσης, μπήκε στο στόχαστρο από την αρχή, όταν αρνήθηκε στη συνέντευξη Τύπου να υιοθετήσει τον αντισημιτισμό του κινήματος «Free Palestine», λέγοντας ότι το σινεμά δεν είναι πολιτική. Οπως συνήθως συμβαίνει, το υβρεολόγιο στο Διαδίκτυο πήγε σύννεφο, χωρίς να κάνει τον σκηνοθέτη να αλλάξει γνώμη ή, έστω, να υιοθετήσει μια πιο υποχωρητική στάση.
Τη σκυτάλη του υβρεολογίου πήραν δυο έλληνες ακτιβιστές-σκηνοθέτες, το όνομα των οποίων δεν έχει σημασία – άλλωστε, τη μέρα που προβαλλόταν η ταινία τους, πήγαν στον κινηματογράφο φορώντας παρδαλά ρούχα, υπογραμμίζοντας ότι είχαν στόχο να κάνουν εντύπωση για να τους θυμάται το κοινό, επειδή προφανώς δεν ήταν σίγουροι ότι θα τους θυμάται για την ταινία τους. Αυτοί μοίραζαν χαρτάκια με διάφορα συνθήματα, που ναι μεν χρησιμοποιούνται στην πολιτική διαμάχη αλλά προφανώς διαστρέφουν την πραγματικότητα, ώσπου στο τέλος ανέβηκαν στη σκηνή και ξεδίπλωσαν ένα πανό κατά του Βέντερς, που έγραφε: «Fuck off Wenders, Cinema is politics». Και στη συνέχεια πέρασαν στην ανυπαρξία – πιθανόν πεισμένοι ότι τους φάγαν’ τα κυκλώματα.
Οι δύο Ελληνες, προφανώς, δεν ήταν μόνοι τους. Με τον Βέντερς τα έβαλε ένα μεγάλο στρατευμένο κομμάτι του παγκόσμιου κινηματογραφικού στερεώματος. Σημασία, όμως, έχει ότι, χάρη στις πεποιθήσεις του σπουδαίου γερμανού κινηματογραφιστή, η Μπερλινάλε δεν μετατράπηκε σε φόρουμ του ριζοσπαστικού φανατισμού αλλά παραμένει ένα προπύργιο πνευματικότητας, αισθητικών και ιδεολογικών συγκρούσεων – ένα δημοκρατικό καλλιτεχνικό φόρουμ, δηλαδή, όπως αρμόζει σε καλλιτεχνικούς θεσμούς. Ενα φόρουμ, όμως, που δεν ευνοεί τη μεταμοντέρνα ισοπέδωση, υποστηρίζει τις καλλιτεχνικές ανησυχίες και, ακόμα, ξέρει να ξεχωρίζει τη δηθενιά και την επιτήδευση από τις πραγματικές αξίες.
Και φυσικά να τιμά και να σέβεται τα πρόσωπα που αφιέρωσαν τη ζωή τους στο να κάνουν την τέχνη τους περισσότερο βαθιά και περισσότερο οικουμενική. Πρόσωπα όπως ο Βιμ Βέντερς.
Λαός και Μητσοτάκης
Η επίσκεψη του Πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη σε ένα σπίτι, στον Εβρο, όπου συνέφαγε με το ζευγάρι που τον προσκάλεσε, δεν είναι ένα απλό επικοινωνιακό τέχνασμα. Είναι κάτι βαθύτερο: μια δήλωση αναγνώρισης του λαού, μια λαϊκή στροφή της ηγετικής περσόνας του Πρωθυπουργού. Οχι μόνο τεχνικός της εξουσίας, αλλά και μέσα στη λαϊκή ψυχή, η οποία τον κατανοεί, για να την κατανοήσει κι αυτός.
Υπάρχει μια πεποίθηση ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης είναι μακριά από την ψυχή της λεγόμενης «λαϊκής Δεξιάς». Κι όμως. Η λεγόμενη «λαϊκή Δεξιά» είναι κάτι παρωχημένο, κάτι που πολιτεύτηκε στο όνομα του λαού, τον οποίο είχε κανονικά γραμμένο – αν όντως νοιαζόταν για τον λαό δεν θα είχε χρεοκοπήσει τη χώρα ούτε θα την παρέδιδε στους λαϊκιστές. Παραμένει ακόμα η βάση της κυβερνώσας παράταξης, αλλά οι τεχνικές της δεν έχουν πέραση.
Ο πραγματικός λαός, όμως, υπάρχει και έχει ανάγκη την επικοινωνία με τον πολιτικό – έναν πολιτικό που, ταυτόχρονα, ασκεί ως αυθεντία την υψηλή τέχνη της διακυβέρνησης αλλά ξέρει καλά και σε ποιους πρέπει να καταλήξει η πολιτική του. Ο Μητσοτάκης είναι ο μόνος πολιτικός αρχηγός, αυτή τη στιγμή, που αυτή τη γνώση τη μοιράζεται με αγνώστους που του ανοίγουν την πόρτα τους, κάθονται μαζί στο τραπέζι τους. Ξέρει ότι η πολιτική εμπιστοσύνη του λαού κερδίζεται. Και επενδύει σε αυτή.






