Η κλιματική κρίση βρίσκεται – και δικαίως – στο επίκεντρο του δημόσιου διαλόγου. Συζητούμε για πλημμύρες, πυρκαγιές, ενεργειακή μετάβαση και οικονομικό κόστος. Σπανιότερα, όμως, αναρωτιόμαστε τι σημαίνει η κλιματική αλλαγή για τον ίδιο μας τον εγκέφαλο. Κι όμως, τα επιστημονικά ευρήματα των τελευταίων ετών δείχνουν ότι το ζήτημα δεν είναι μόνο περιβαλλοντικό ή οικονομικό. Είναι και νευροβιολογικό.

Ας ξεκινήσουμε από κάτι απλό: ο εγκέφαλος είναι ένα όργανο εξαιρετικά ενεργοβόρο και ευαίσθητο. Για να λειτουργεί σωστά χρειάζεται σταθερές συνθήκες, ιδίως ως προς τη θερμοκρασία και την οξυγόνωση. Η αύξηση των ακραίων θερμοκρασιών δεν επηρεάζει μόνο τη σωματική μας άνεση. Μελέτες δείχνουν ότι κατά τη διάρκεια καυσώνων μειώνεται η προσοχή, επιβραδύνεται ο χρόνος αντίδρασης και αυξάνονται τα λάθη σε γνωστικά έργα. Δεν πρόκειται απλώς για «γκρίνια λόγω ζέστης», αλλά για μετρήσιμες αλλαγές στη γνωστική απόδοση. Σε υψηλές θερμοκρασίες, ο οργανισμός δαπανά ενέργεια για να διατηρήσει τη θερμική ισορροπία, γεγονός που φαίνεται να επηρεάζει και τη λειτουργία νευρωνικών δικτύων που σχετίζονται με τη μνήμη και τη λήψη αποφάσεων.

Η ατμοσφαιρική ρύπανση αποτελεί έναν δεύτερο, λιγότερο ορατό αλλά εξίσου σημαντικό παράγοντα. Τα αιωρούμενα μικροσωματίδια δεν περιορίζονται στους πνεύμονες. Μέσω της κυκλοφορίας του αίματος – και πιθανώς μέσω του οσφρητικού συστήματος – μπορούν να επηρεάσουν και τον εγκέφαλο. Ερευνητικά δεδομένα συνδέουν τη μακροχρόνια έκθεση σε ρύπους με αυξημένο κίνδυνο για γνωστική έκπτωση, συμπτώματα άγχους και κατάθλιψης, ακόμη και για νευροεκφυλιστικές νόσους. Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί το γεγονός ότι τα παιδιά, των οποίων ο εγκέφαλος βρίσκεται σε φάση ανάπτυξης, φαίνεται να είναι πιο ευάλωτα στις επιδράσεις της ρύπανσης.

Υπάρχει, τέλος, και η διάσταση του ψυχολογικού στρες. Οι φυσικές καταστροφές, η απώλεια κατοικίας, η οικονομική ανασφάλεια και η γενικευμένη αβεβαιότητα για το μέλλον συνιστούν ισχυρούς στρεσογόνους παράγοντες. Το χρόνιο στρες έχει τεκμηριωθεί ότι επηρεάζει περιοχές του εγκεφάλου όπως ο ιππόκαμπος και η αμυγδαλή, που σχετίζονται με τη μνήμη και τη ρύθμιση των συναισθημάτων. Σε παιδιά και εφήβους οι επιπτώσεις μπορεί να είναι πιο μακροχρόνιες, καθώς ο εγκέφαλος βρίσκεται ακόμη σε διαδικασία ωρίμασης.

Τι σημαίνουν όλα αυτά για τη δημόσια πολιτική; Οτι η αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής δεν είναι μόνο ζήτημα «πράσινης ανάπτυξης», αλλά και επένδυση στη γνωστική και ψυχική υγεία του πληθυσμού. Η μείωση των ρύπων, η ενίσχυση του αστικού πρασίνου, η δημιουργία υποδομών που περιορίζουν την έκθεση σε ακραίες θερμοκρασίες δεν προστατεύουν μόνο το περιβάλλον· προστατεύουν και τον εγκέφαλό μας.

Αναμφίβολα, η μετάβαση σε ένα πιο βιώσιμο μοντέλο ανάπτυξης έχει κόστος και πρακτικές δυσκολίες. Η αδράνεια, όμως, έχει επίσης κόστος – λιγότερο ορατό, αλλά εξίσου πραγματικό. Αν θέλουμε κοινωνίες παραγωγικές, ψυχικά ανθεκτικές και γνωστικά υγιείς, οφείλουμε να συνυπολογίσουμε και αυτή τη διάσταση. Η κλιματική πολιτική είναι, τελικά, και πολιτική για την προστασία του ανθρώπινου εγκεφάλου.

Η Μαριέττα Παπαδάτου-Παστού είναι αν. καθηγήτρια Νευροψυχολογίας στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών και ταμίας Ελληνικού Συμβουλίου για τον Εγκέφαλο.

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.