Σήμερα, συμπληρώνονται τέσσερα χρόνια από την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, στις 24 Φεβρουαρίου 2022. Οι υπολογισμοί του Κρεμλίνου για μία δεκαήμερη «ειδική στρατιωτική επιχείρηση», μέσω της οποίας θα εδραιωνόταν ο έλεγχος σε ουκρανικά εδάφη, αποδείχθηκαν απατηλοί. Ο πόλεμος όχι μόνο δεν τελείωσε γρήγορα, αλλά εξελίχθηκε σε μία μακρόχρονη και πολυεπίπεδη σύγκρουση με σοβαρές ανθρωπιστικές, νομικές, γεωπολιτικές και τεχνολογικές προεκτάσεις. Από τα τέσσερα αυτά χρόνια μπορούν να εξαχθούν ορισμένα βασικά συμπεράσματα.
2022-2023 – Η Ρωσία επλήγη, αλλά δεν αποδυναμώθηκε. Μετά το αρχικό σοκ, η Δύση αντέδρασε στην παράνομη εισβολή με εκτεταμένες κυρώσεις, επιδιώκοντας να οδηγήσει τη ρωσική οικονομία σε κατάρρευση, μέσω περιορισμών στις εξαγωγές πετρελαίου και φυσικού αερίου. Ωστόσο, ύστερα από τους πρώτους κλυδωνισμούς, η ρωσική οικονομία ανέκαμψε ταχύτερα του αναμενόμενου, ενώ οι στρατιωτικές δαπάνες εκτοξεύθηκαν. Είναι χαρακτηριστικό ότι, σύμφωνα με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, το 2025 η Ρωσία κατατάχθηκε στην 9η θέση παγκοσμίως σε μέγεθος οικονομίας, ξεπερνώντας τον Καναδά και τη Βραζιλία.
2023-2024 – Από την παραδοσιακή στην ψηφιακή σύγκρουση. Η εισβολή στην Ουκρανία ανέδειξε μία νέα μορφή ένοπλης σύγκρουσης. Η Ουκρανία ενίσχυσε τις ένοπλες δυνάμεις της με εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης, ενώ τα μη επανδρωμένα αεροπορικά και θαλάσσια συστήματα (drones) μετατράπηκαν σε κρίσιμα μέσα συλλογής πληροφοριών και επιθέσεων. Η Ρωσία προσαρμόστηκε γρήγορα: στην αρχή της σύγκρουσης απαιτούνταν περίπου ένας χρόνος για την ανάπτυξη αντίστοιχης τεχνολογίας, ενώ σήμερα ο χρόνος αυτός έχει περιοριστεί σε λίγες μόνο ημέρες. Πρόκειται για την πρώτη διεθνή σύγκρουση όπου και οι δύο πλευρές αξιοποίησαν συστηματικά την τεχνητή νοημοσύνη, διαμορφώνοντας τα χαρακτηριστικά του σύγχρονου πολέμου.
2024-2025 – Ρήγματα στις ευρωατλαντικές σχέσεις. Παρά τις προσπάθειες της Μόσχας να επιστρέψει η Ουκρανία υπό τη ρωσική σφαίρα επιρροής και να απομακρυνθεί από τη Δύση, αυτό δεν έχει έως τώρα επιτευχθεί. Η σύγκρουση, ωστόσο, συνέβαλε στην απομάκρυνση των ΗΠΑ και της Ευρώπης. Η επανεκλογή του Τραμπ και η σκληρή ρητορική της αμερικανικής ηγεσίας έναντι των Ευρωπαίων κατέστησαν σαφές στους Ευρωπαίους ότι δεν μπορούν πλέον να στηρίζονται στις ΗΠΑ για τη διασφάλιση της ειρήνης και της ασφάλειας στη Γηραιά Ηπειρο. Για πρώτη φορά μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι ευρωπαϊκές δυνάμεις συσπειρώνονται, αυξάνουν τις αμυντικές δαπάνες σε ιστορικά υψηλά επίπεδα, και επιδιώκουν μεγαλύτερη αυτονομία στον τομέα της ασφάλειας.
2025-2026 – Η αμφισβήτηση της μεταπολεμικής διεθνούς νομιμότητας. Παρά τις διαβεβαιώσεις Τραμπ περί ταχείας διευθέτησης της σύγκρουσης χάριν της διαμεσολάβησής του, μία συνολική και βιώσιμη ειρηνευτική συμφωνία παραμένει εξαιρετικά δύσκολη. Το τίμημα που καλείται να πληρώσει η Ουκρανία για την ειρήνη αφορά πρωτίστως την παραχώρηση εδαφών, κάτι που δεν μπορεί να γίνει εύκολα αποδεκτό ούτε από την ίδια ούτε από τους Ευρωπαίους. Η μεταβολή συνόρων διά της χρήσης βίας συνιστά κατάφωρη παραβίαση του διεθνούς δικαίου, όπως αυτό διαμορφώθηκε μετά το 1945, και η αποδοχή ενός τέτοιου τετελεσμένου εγείρει εύλογες ανησυχίες για το μέλλον της διεθνούς τάξης.
Τέσσερα χρόνια μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, το κρίσιμο ερώτημα πλέον δεν είναι το πότε θα τελειώσει η σύγκρουση, αλλά το ποιος κόσμος θα αναδυθεί όταν αυτή λήξει.
Η Σοφία Γαλάνη είναι επίκουρη καθηγήτρια Δημοσίου Διεθνούς Δικαίου, Πάντειο Πανεπιστήμιο






