Η έναρξη της διαβούλευσης για τη Συνταγματική Αναθεώρηση αποτελεί μια κορυφαία δημοκρατική στιγμή που μας καλεί να αναμετρηθούμε τόσο με τις αγκυλώσεις του παρελθόντος όσο και με τις προκλήσεις ενός μέλλοντος που τρέχει με ταχύτητα μεγαλύτερη από τη νομοθετική μας εγρήγορση. Ως νομικός και κυρίως ως δήμαρχος της ακριτικής Λήμνου, οφείλω να καταθέσω ότι ένα Σύνταγμα παραμένει σύγχρονο μόνο όταν γεφυρώνει την απόσταση ανάμεσα στην κανονιστική πρόβλεψη και την πραγματικότητα που βιώνει ο πολίτης. Για εμάς που ζούμε καθημερινά τη γεωγραφική απομόνωση στο Βόρειο Αιγαίο, η αναθεωρητική προσπάθεια θα παραμείνει ημιτελής, αν δεν προσδώσει ουσιαστικό, δεσμευτικό και μετρήσιμο περιεχόμενο στην έννοια της νησιωτικότητας.
Παρότι η υφιστάμενη συνταγματική πρόβλεψη αναγνωρίζει τις ιδιαίτερες συνθήκες των νησιών, στην πράξη έχει διολισθήσει σε μια διακήρυξη καλών προθέσεων, στερούμενη άμεσης εκτελεστότητας. Οι νόμοι που ψηφίζονται, συχνά αγνοούν το δεδομένο της απόστασης, με πρακτικές συνέπειες που βιώνουμε στην καθημερινότητά μας οι κάτοικοι. Γι’ αυτό η αναθεώρηση οφείλει να αναβαθμίσει τη νησιωτικότητα σε υποχρεωτική «ρήτρα συμβατότητας». Κάθε νομοθετική πρωτοβουλία υποχρεωτικά να συνοδεύεται από έκθεση νησιωτικού αντίκτυπου, ώστε να διασφαλίζεται ότι το γεωγραφικό στίγμα δεν μετατρέπει πολίτες και επιχειρήσεις σε οντότητες δεύτερης κατηγορίας.
Η θωράκιση της νησιωτικότητας πρέπει να είναι οριζόντια και ουσιαστική, αγγίζοντας τον πυρήνα της κοινωνικής και οικονομικής ζωής των νησιών μας. Στους τομείς της οικονομίας και της επιχειρηματικότητας, το Σύνταγμα οφείλει να αναγνωρίσει ότι το κόστος λειτουργίας μιας επιχείρησης στο ακριτικό Αιγαίο δεν συγκρίνεται με αυτό σε ένα αστικό κέντρο. Είναι αναγκαίο να λειτουργεί η φορολογία ως κίνητρο παραμονής και βιωσιμότητας. Παράλληλα, για να αντιμετωπιστεί η «γάγγραινα» του δημογραφικού, η αναθεώρηση έχει αποστολή να θεσπίσει ισχυρά κίνητρα εντοπιότητας. Η παραμονή των νέων στον τόπο τους είναι ζήτημα κοινωνικό και ταυτόχρονα εθνικής ασφάλειας.
Η στέγαση δημοσίων υπαλλήλων, εκπαιδευτικών, ιατρών και στελεχών των σωμάτων ασφαλείας που υπηρετούν στα νησιά, πρέπει να αποτελέσει ρητή κρατική υποχρέωση και όχι επαφιόμενη στην τύχη ιδιωτική πρωτοβουλία. Χωρίς αξιοπρεπή διαβίωση για όσους στελεχώνουν τις κρίσιμες υπηρεσίες μας, η νησιωτικότητα μένει κενό γράμμα. Το Σύνταγμα οφείλει να διασφαλίζει ότι η πρόσβαση στα βασικά κοινωνικά αγαθά θα καθορίζεται από το δικαίωμα της ισότιμης διαβίωσης. Οι συγκοινωνίες, που για τους νησιώτες αποτελούν την πραγματική «εθνική οδό», να κατοχυρωθούν συνταγματικά ως δημόσιο αγαθό ζωτικής σημασίας.
Ωστόσο, η νέα συνταγματική πραγματικότητα επιβάλλεται να αναγνωρίσει στην τοπική αυτοδιοίκηση των νησιών ρόλο βασικού αναπτυξιακού πυλώνα. Απαιτείται συνταγματική κατοχύρωση ειδικών χρηματοδοτικών εργαλείων υπό άμεση τοπική διαχείριση. Η αποκέντρωση των πόρων δεν συνιστά απλώς διοικητικό αίτημα, αλλά προϋπόθεση ανάπτυξης.
Είναι ώρα να περάσουμε στην ουσιαστική δικαιοσύνη. Ενα σύγχρονο Σύνταγμα καλείται να αντιμετωπίσει το Αιγαίο ως συνεκτικό ιστό που απαιτεί ειδική μέριμνα. Η Λήμνος και τα νησιά του Αιγαίου ζητούν τη συνταγματική εγγύηση ότι η γεωγραφία δεν θα καθορίζει το μέλλον τους. Ζητούν να έχουν τα μέσα, τους πόρους και τα κίνητρα ώστε οι κάτοικοι να παραμείνουν, να δημιουργήσουν και να ευημερήσουν στον τόπο τους.
Η Ελεονώρα Γεώργα είναι η δήμαρχος της Λήμνου






