Επίσημη πρεμιέρα κάνει σήμερα στην Ουάσιγκτον το Συμβούλιο Ειρήνης του Ντόναλντ Τραμπ, το οποίο εμπνεύστηκε και δημιούργησε ο ίδιος, τοποθετώντας μάλιστα τον εαυτό του ισόβιο πρόεδρο και τους πιο στενούς του συνεργάτες στις περισσότερες θέσεις της Εκτελεστικής Επιτροπής. Αυτός, εξάλλου, είναι και ο ένας από τους δύο λόγους που κατέστησαν τις περισσότερες χώρες επιφυλακτικές απέναντί του, με συνέπεια πολλές να απορρίψουν τη σχετική πρόσκληση και άλλες να υποβαθμίσουν τη συμμετοχή τους σε επίπεδο «παρατηρητή».
Οσο για τον δεύτερο λόγο, δεν είναι άλλος από το γεγονός ότι ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών έχει αφήσει σαφώς να εννοηθεί πως φιλοδοξία του είναι ο ρόλος του Συμβουλίου να μην περιοριστεί στη Γάζα, αλλά να επεκταθεί σε όλα τα ανοιχτά πολεμικά μέτωπα. Κάτι που, όπως εκτιμούν πολλοί, επί της ουσίας έρχεται να υποκαταστήσει το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, δημιουργώντας ένα νέο όργανο που θα βρίσκεται υπό τον απόλυτο έλεγχο των Αμερικανών.
Δεν είναι τυχαίο, λοιπόν, ότι ο αριθμός των χωρών που έχουν, μέχρι στιγμής, δηλώσει συμμετοχή στο Συμβούλιο – πέρα από τις ΗΠΑ και το Ισραήλ – δεν ξεπερνά τις 20, είναι δηλαδή περίπου το ένα τρίτο εκείνων που έλαβαν πρόσκληση. Ειδικά δε όσον αφορά την Ευρώπη, το ζήτημα αυτό τη χώρισε για μία ακόμη φορά σε στρατόπεδα, με συνέπεια η Κομισιόν να βρεθεί σε δύσκολη θέση. Τελικώς, στην προσπάθειά της να τηρήσει λεπτές ισορροπίες και να μην «τα σπάσει» εντελώς με τον Τραμπ, επέλεξε να στείλει ως «παρατηρητή» την επίτροπο που είναι αρμόδια για Μεσογειακά Θέματα, Ντουμπράβκα Σούικα.

Αξίζει να σημειωθεί πως κάτι ανάλογο κάνουν αρκετά κράτη – μέλη της ΕΕ, συμπεριλαμβανομένων Ελλάδας, Ιταλίας, Σλοβακίας, Κύπρου και Ρουμανίας, με τα δύο τελευταία, μάλιστα, να εκπροσωπούνται από τους προέδρους τους. Από την άλλη, Ουγγαρία και Βουλγαρία αποφάσισαν να μετέχουν κανονικά στο Συμβούλιο, στο πλαίσιο των στενών σχέσεων των ηγετών τους με τον Τραμπ. Σε αυτό το φόντο και σε μια προσπάθεια να βρεθεί κοινή γραμμή, οι υπουργοί Εξωτερικών των «27» θα συζητήσουν την κατάσταση στη Γάζα την ερχόμενη Δευτέρα, 23 Φεβρουαρίου.
Οσον αφορά, επίσης, τον (πρώτο αμερικανό) Πάπα Λέοντα ΙΔ’, επέλεξε τη μη συμμετοχή στο Συμβούλιο Ειρήνης, αφήνοντας παράλληλα σαφείς αιχμές για την πρωτοβουλία του Τραμπ. «Αυτό που μας ανησυχεί είναι ότι το ανώτερο σώμα σε διεθνές επίπεδο που θα διαχειρίζεται αυτές τις καταστάσεις κρίσης πρέπει να είναι τα Ηνωμένα Εθνη. Είναι ένα από τα σημεία στα οποία έχουμε επιμείνει», δήλωσε χαρακτηριστικά ο καρδινάλιος Πιέτρο Παρολίν, που χειρίζεται και την εξωτερική πολιτική του Βατικανού.
Το σίγουρο, σε κάθε περίπτωση, είναι πως οι Παλαιστίνιοι δεν έχουν κανένα λόγο να είναι ικανοποιημένοι με τις εξελίξεις, ούτε ελπίζουν σε κάτι καλύτερο από το Συμβούλιο Ειρήνης. Τις τελευταίες μέρες, άλλωστε, το Ισραήλ δείχνει αποφασισμένο να επιταχύνει τις διαδικασίες που τελικά οδηγούν στην προσάρτηση μεγάλου μέρους των κατεχόμενων εδαφών της Δυτικής Οχθης, προκαλώντας και την αντίδραση μεγάλου μέρους της διεθνούς κοινότητας, όπως αποδεικνύει σχετική επιστολή που υπογράφουν κάπου 85 χώρες.
Για του λόγου το αληθές, η κυβέρνηση Νετανιάχου ενέκρινε ένα σχέδιο που διευκολύνει τη διεκδίκηση παλαιστινιακής γης, είτε από τους εποίκους είτε από το κράτος του Ισραήλ, εκτός και αν οι άνθρωποι που κατοικούν εκεί σήμερα αποδείξουν ότι κατέχουν τίτλους ιδιοκτησίας. Κάτι τέτοιο, βεβαίως, είναι εξαιρετικά δύσκολο υπό τις παρούσες συνθήκες, ειδικά καθώς πολλά από τα σχετικά αρχεία είναι υπό τον έλεγχο του Ισραήλ.
Παράλληλα, οι εκπρόσωποι της πιο ακροδεξιάς πτέρυγας της κυβέρνησης, Ιταμάρ Μπεν-Γκβιρ και Μπεζαλέλ Σμότριτς, κάλεσαν ανοιχτά σε προσάρτηση, ενώ έκαναν λόγο και για άσκηση πιέσεων και παροχή κινήτρων προκειμένου οι Παλαιστίνιοι, τόσο της Γάζας όσο και της Δυτικής Οχθης, να μεταναστεύσουν σε άλλες χώρες.
Τέλος, πρέπει να σημειωθεί πως ο πρωθυπουργός του Ισραήλ έχει διαμηνύσει ότι αμέσως μετά τη σημερινή, παρθενική σύνοδο του Συμβουλίου Ειρήνης προτίθεται να στείλει τελεσίγραφο 60 ημερών στη Χαμάς και τις άλλες παλαιστινιακές οργανώσεις για να αφοπλιστούν. «Ειδάλλως, ο στρατός μας θα τελειώσει τη δουλειά», είπε.






