Με την ασφάλεια να κυριαρχεί ως αίτημα στον δημόσιο λόγο, επεκτεινόμενη μάλιστα σε πεδία όπου κάποτε η χρήση της ως έννοιας θα θεωρείτο αδόκιμη (π.χ. διατροφική ασφάλεια), εύλογο είναι να υπάρχουν απαιτήσεις για αυξανόμενη αστυνόμευση.
Τα κόμματα εξουσίας στις περισσότερες αναπτυγμένες χώρες συναγωνίζονται σε προτάσεις για ενίσχυση της αστυνόμευσης και των φορέων που την ασκούν, οι αστυνομικές υπηρεσίες έχουν εξαιρεθεί, στις περισσότερες περιπτώσεις, των πολιτικών λιτότητας και περιορισμού των προσλήψεων και των δαπανών, ενώ η υπόσχεση πολιτικών «νόμου και τάξης» πρωταγωνιστεί στις προεκλογικές εκστρατείες. Κυρίως, όμως, παρατηρούμε ότι ολοένα και περισσότερο τα κοινωνικά προβλήματα αντιμετωπίζονται ως προβλήματα αστυνόμευσης, πέραν της στενής έννοιας της καταπολέμησης της εγκληματικότητας.
Από τα ενδοοικογενειακά προβλήματα έως τις εντάσεις που διαπερνούν το εκπαιδευτικό σύστημα, και από τη φτώχεια έως τις επιβαρυντικές για την υγεία συνήθειες και πρακτικές, η αστυνόμευση βρίσκεται στο επίκεντρο, συνδυαζόμενη με επεκτάσεις του ποινικού κολασμού, με τις τελευταίες να γίνονται βασική μορφή αναγνώρισης ενός κοινωνικού προβλήματος.
Ωστόσο, υπάρχει και η άλλη πλευρά της διαρκούς ανάθεσης αυξημένου ρόλου σε αστυνομικές δυνάμεις, ιδίως σε χώρες όπως οι ΗΠΑ: η αύξηση της αστυνομικής βίας, συμπεριλαμβανομένων θανάτων. To μεγαλύτερο πρόσφατο μαζικό κίνημα στις ΗΠΑ και μία από τις μεγαλύτερες κοινωνικές κινητοποιήσεις παγκοσμίως (15 έως 26 εκατομμύρια άνθρωποι συμμετείχαν σε κάποια κινητοποίηση) ήρθε ως αντίδραση στη δολοφονία ενός μαύρου Αμερικανού, του Τζορτζ Φλόιντ, στα χέρια αστυνομικών. Αλλά και πιο πρόσφατα πάλι η Αμερική συγκλονίστηκε από τις δολοφονίες της Ρενέ Γκουντ και του Αλεξ Πρέτι από την αστυνομική δύναμη που έχει την αρμοδιότητα σύλληψης, κράτησης και απέλασης παράτυπων μεταναστών.
«Αστυνόμευση τέλος»
Συνήθως ως λύση προτείνεται η αναγκαία μεταρρύθμιση της αστυνομίας, με έμφαση στην αποτελεσματικότερη επικέντρωση στον ρόλο της και στις καλύτερες σχέσεις ανάμεσα σε αστυνομία και κοινωνία. Τι γίνεται, όμως, εάν το πρόβλημα δεν βρίσκεται στην αναποτελεσματικότητα ή ακόμη και παραβατικότητα της αστυνομίας, αλλά στον ίδιο τον πυρήνα της αντίληψης που θέλει την αστυνομία βασικό παράγοντα διαχείρισης των κοινωνικών προβλημάτων; Με αυτό το ερώτημα αναμετριέται ο καθηγητής κοινωνιολογίας στο Brooklyn College και στο CUNY Graduate Center Αλεξ Βιτάλε στο βιβλίο του «Αστυνόμευση τέλος» που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Σάλτο στη σειρά Κάλλιστος, σε μετάφραση του Παναγιώτη Ανδριόπουλου, πρόλογο της εγκληματολόγου Αναστασίας Τσουκαλά και επίμετρο της δημοσιογραφικής ομάδας Manifold.
Ο Βιτάλε υπενθυμίζει ότι μεγάλο μέρος των απόψεων και θεωριών που καθοδήγησαν τη συνεχιζόμενη αναδιάρθρωση των αστυνομικών πρακτικών από τη δεκαετία του 1980 βασιζόταν στη νεοσυντηρητική και νεοφιλελεύθερη άρνηση του κοινωνικού κράτους που κατέληγε στο να θεωρεί ότι η αστυνομία εκπροσωπούσε την ηθική αυθεντία έναντι των φτωχότερων στρωμάτων, που θεωρούνταν εξ ορισμού επιρρεπή στην παραβατικότητα, κάτι που ενείχε τον κίνδυνο «να ζητάμε από την αστυνομία να είναι η κύρια υπηρεσία αντιμετώπισης των αστέγων, των ψυχικών ασθενειών, της σχολικής διαπαιδαγώγησης, της ανεργίας των νέων, της μετανάστευσης, της νεανικής βίας, της σεξεργασίας και των ναρκωτικών». Αλλωστε, όπως επισημαίνει, η ενασχόληση της αστυνομίας με ευάλωτες κατηγορίες όπως οι άστεγοι αποτελεί περισσότερο προσπάθεια να μην είναι ορατό το πρόβλημα, παρά να επιλυθεί, ενώ υπογραμμίζει και τα προβλήματα που δημιουργεί η ποινικοποίηση της σεξεργασίας. Αναφερόμενος στην ολοένα και εντεινόμενη αστυνόμευση των σχολείων στις ΗΠΑ, ο Βιτάλε θεωρεί ότι το αποτέλεσμα είναι να διατίθενται πόροι και προσωπικό σε αυτή την κατεύθυνση και όχι στην αναβάθμιση των μορφωτικών αποτελεσμάτων.
Ναρκωτικά, σύνορα, τρομοκρατία
Οσο για τον «πόλεμο κατά των ναρκωτικών», ο Βιτάλε υπογραμμίζει τον έντονα ταξικό και ρατ σιστικό χαρακτήρα που έχουν οι σχετικές πρακτικές αστυνόμευσης, τον τρόπο που στοχοποιούνται συγκεκριμένες κοινότητες, τα προβλήματα που δημιουργούν οι διεθνείς διαστάσεις του, αλλά και ότι εν τέλει δεν αντιμετωπίζουν το πρόβλημα. Αντίθετα, οι χώρες (αλλά και πολιτείες των ΗΠΑ) που έχουν προχωρήσει στη μερική ή ολική αποποινικοποίηση της χρήσης έχουν καλύτερα αποτελέσματα. Αντίστοιχα, αναδεικνύει τα προβλήματα που προκύπτουν από το είδος αστυνόμευσης κατά των συμμοριών που έχει επιλεγεί και το οποίο καταλήγει στην αύξηση της συνοχής των συμμοριών και σε κάποιες περιπτώσεις σε ένταση της βίας. Οσο για την αύξηση της αστυνόμευσης των συνόρων, ο Βιτάλε επισημαίνει ότι «ανοίγοντας τις πόρτες στο κεφάλαιο και τα αγαθά, αλλά όχι στους ανθρώπους, έχουμε δημιουργήσει τεράστιες πιέσεις για μετανάστευση». Αντιθέτως, εάν τα σύνορα άνοιγαν και ταυτόχρονα υπήρχε προσπάθεια για την ανάπτυξη των φτωχότερων περιοχών, η ανάγκη για μετανάστευση θα μειωνόταν. Αντίστοιχα, η εμπλοκή της αστυνομίας στον «πόλεμο κατά της τρομοκρατίας» ακολουθεί μια μακρά παράδοση αστυνόμευσης ριζοσπαστικών πολιτικών κινημάτων, παρακολούθησης πολιτικών αντιπάλων, προσπαθειών για παγίδευση αγωνιστών, ενώ υπογραμμίζει ότι «ο καλύτερος τρόπος για να αποφευχθεί η πολιτική βία είναι να ενισχυθεί η δικαιοσύνη και στο εσωτερικό και στο εξωτερικό».
Το συμπέρασμα του Βιτάλε είναι ότι το πρόβλημα έγκειται στο ιδεολογικό επιχείρημα «ότι το έγκλημα και η κοινωνική αταξία οφείλονται σε προσωπική ηθική αποτυχία και μπορούν να αντιμετωπιστούν μόνο με σκληρές ποινικές κυρώσεις. Αυτή η νεοσυντηρητική προσέγγιση προστατεύει και ενισχύει τον πολιτικό, κοινωνικό και οικονομικό αποκλεισμό εκατομμυρίων ανθρώπων, οι οποίοι είτε ελέγχονται στενά μέσω επιθετικής και παρεμβατικής αστυνόμευσης είτε στοιβάζονται σε φυλακές». Πράγμα που σημαίνει ότι απαιτείται να στοχαστούμε την αντιμετώπιση αυτών των προβλημάτων χωρίς καταφυγή στην αστυνόμευση.
Παρέχει ασφάλεια η αστυνομία;
Το κλειδί για τον Βιτάλε είναι να σταματήσουμε να στρεφόμαστε στην αστυνομία για τα προβλήματά μας: «Ναι, οι κοινότητες αξίζουν προστασία από το έγκλημα και την αταξία, αλλά πρέπει πάντα να τα διεκδικούμε χωρίς προσφυγή στον εξαναγκασμό, τη βία και τον εξευτελισμό που θεμελιώνουν το σύστημα ποινικής δικαιοσύνης […] Πρέπει να απαιτούμε ασφάλεια και προστασία – αλλά όχι από τα χέρια της αστυνομίας. Σε τελική ανάλυση, σπάνια παρέχει κάτι εξ αυτών των δύο».






