Παρακολουθώντας το τελετουργικό της πρόσφατης συνάντησης κορυφής στην Αγκυρα, είχε κανείς την αίσθηση μιας παράστασης παραδοσιακού ιαπωνικού θεάτρου Καμπούκι: έμφαση στη χορογραφία και στον συμβολισμό, λιγότερο στην ουσία.
Η συνάντηση έπρεπε να γίνει, ιδίως μετά την άκομψη ακύρωση του ραντεβού Μητσοτάκη – Ερντογάν στη Νέα Υόρκη, ώστε να επιβεβαιωθεί ότι οι δίαυλοι επικοινωνίας παραμένουν ανοιχτοί και ότι οι δύο πλευρές επιδιώκουν να χαμηλώσουν τον γεωπολιτικό πυρετό.
Ωστόσο, ο όρος «ήρεμα νερά» δεν αποδίδει την πραγματικότητα. Πιο ακριβής περιγραφή θα ήταν η «ελεγχόμενη ένταση» στο πλαίσιο ενός ιδιότυπου ψυχρού πολέμου. Οι τουρκικές εδαφικές διεκδικήσεις, οι απειλές, οι NAVTEX και η αμφισβήτηση κυριαρχικών δικαιωμάτων δεν έχουν υποχωρήσει. Η ένταση δεν έχει εξαλειφθεί – έχει ρυθμιστεί.
Γιατί, λοιπόν, αυτή η παράσταση κανονικότητας; Η Αθήνα έχει κάθε λόγο να αποτρέψει μια διαμεσολάβηση της κυβέρνησης Τραμπ που θα μπορούσε να οδηγήσει σε ανατολίτικο παζάρι με αρνητική κατάληξη.
Η τρέχουσα γεωπολιτική συγκυρία δεν ευνοεί την Ελλάδα σε όρους συσχετισμού ισχύος. Παράλληλα, η διατήρηση του αφηγήματος των «ήρεμων νερών» διευκολύνει τον εσωτερικό πολιτικό σχεδιασμό ενόψει εκλογών το 2027.
Η Αγκυρα, από την πλευρά της, επιδιώκει να καλλιεργήσει την εικόνα μιας υπεύθυνης περιφερειακής δύναμης που εξυπηρετεί δυτικά συμφέροντα. Η αποκλιμάκωση της έντασης με την Ελλάδα και το Ισραήλ ενισχύει το επιχείρημά της ότι αποτελεί πυλώνα σταθερότητας, διευκολύνοντας έτσι την πρόσβαση σε αμερικανικά οπλικά συστήματα (με ευσεβή πόθο τα αεροσκάφη F-35) και στην υπό διαμόρφωση ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική ασφάλειας. Σε μια περίοδο όπου η ΕΕ επενδύει μαζικά στην αμυντική της βιομηχανία, η τουρκική βιομηχανία επιθυμεί να το εκμεταλλευτεί.
Η Αθήνα επιχειρεί να αξιοποιήσει αυτή τη συγκυρία θέτοντας ως όρο για οποιαδήποτε ευρωπαϊκή πρόσβαση της Τουρκίας στο πρόγραμμα SAFE την άρση του casus belli. Ομως μια λεκτική απόσυρση της απειλής πολέμου δεν θα μεταβάλει την ουσία των τουρκικών διεκδικήσεων. Η Τουρκία μπορεί να αποσύρει το casus belli και να το επαναφέρει μέσα σε μια νύχτα. Το ζητούμενο δεν είναι οι δηλώσεις, αλλά η απόσυρση της αναθεωρητικής στρατηγικής: η εγκατάλειψη της «Γαλάζιας Πατρίδας», του τουρκολιβυκού μνημονίου και της αμφισβήτησης κυριαρχίας ελληνικών νησιών.
Οι επτά συμφωνίες χαμηλής πολιτικής που υπεγράφησαν δημιουργούν εικόνα προόδου. Δεν αγγίζουν όμως τα ζητήματα υψηλής πολιτικής. Εκεί, στον πολιτικό διάλογο, η απόσταση παραμένει αγεφύρωτη.
Η Τουρκία δεν έχει κανένα κίνητρο επίλυσης των διαφορών. Η διατήρηση των εκκρεμοτήτων και μιας κατάστασης ελεγχόμενης έντασης της επιτρέπει να ασκεί πίεση και να περιορίζει την άσκηση ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων – από την εκμετάλλευση υποθαλάσσιων πόρων έως την ανάπτυξη ενεργειακών υποδομών όπως τα αιολικά πάρκα στο Αιγαίο και το υποθαλάσσιο καλώδιο Ελλάδας – Κύπρου – Ισραήλ.
Στη διεθνή πολιτική, τα κράτη διαπραγματεύονται με βάση τον συσχετισμό ισχύος. Οταν η αναθεωρητική δύναμη θεωρεί ότι ο χρόνος λειτουργεί υπέρ της, ο διάλογος τείνει να παγώνει – όχι να λύνει – τις διαφορές. Ετσι εξηγείται γιατί οι διαπραγματεύσεις οδηγούνται πάντα σε αδιέξοδο.
Η Τουρκία δεν έχει κανένα κίνητρο να βρεθεί λύση, όσες υποχωρήσεις και να κάνει η Ελλάδα. Για αυτό θέτει στο τραπέζι θέματα εδαφικής κυριαρχίας – ακόμη και κατοικημένων νησιών –, ζητήματα έκτασης χωρικών υδάτων, αποστρατιωτικοποίησης και μειονοτήτων που καμία ελληνική κυβέρνηση δεν μπορεί να αγγίξει. Δεν έχει πρόθεση να απομονώσει το ζήτημα των θαλάσσιων ζωνών από την ευρύτερη ατζέντα ούτε να προσφύγει στη διεθνή διαιτησία, όπως επιδιώκει η Αθήνα.
Για αυτό ο πολιτικός διάλογος θα καταλήγει πάντα σε αδιέξοδο – ένα αδιέξοδο που όμως, στην πράξη, περιορίζει την άσκηση ελληνικής κυριαρχίας. Αυτή είναι η αληθινή λειτουργία του θεάτρου Καμπούκι που παίχτηκε στην Αγκυρα: να συντηρεί την αμφισβήτηση υπό το προσωπείο της κανονικότητας.






