Η επιθετική ρητορική των Ηνωμένων Πολιτειών και οι απειλές καταναγκασμού προς την Τεχεράνη δεν συνιστούν συγκυριακή αντίδραση, αλλά εντάσσονται σε μια δομημένη στρατηγική πίεσης με μακροχρόνιο ορίζοντα. Η αμερικανική στάση αντανακλά μια βαθύτερη αρχιτεκτονική εξωτερικής πολιτικής, όπου εσωτερικοί μηχανισμοί πολιτικής επιρροής, ιδεολογικές δεσμεύσεις και τεχνικές διαχείρισης της περιφερειακής ρευστότητας συγκροτούν ένα συνεκτικό πρότυπο δράσης.

Η αυξημένη στρατιωτική ετοιμότητα και η συστηματική στρατηγική σηματοδότηση υποδηλώνουν ότι η χρήση στρατιωτικής ισχύος παραμένει λειτουργικό εργαλείο διαχείρισης της αβεβαιότητας στη Μέση Ανατολή, ακόμη και όταν δεν μεταφράζεται άμεσα σε ένοπλη σύρραξη.

Σε αυτό το πλαίσιο, η ανάλυση των Mearheimer & Walt για τον ρόλο του ισραηλινού λόμπι προσφέρει ένα κρίσιμο ερμηνευτικό υπόβαθρο. Η αμερικανική πολιτική στη Μέση Ανατολή δεν απορρέει αποκλειστικά από ουδέτερους υπολογισμούς εθνικού συμφέροντος, αλλά διαμορφώνεται εντός ενός πυκνού δικτύου θεσμικής, οικονομικής και ιδεολογικής επιρροής, το οποίο καθιστά τη στρατηγική σύμπλευση με τις προτεραιότητες του Ισραήλ πολιτικά αυτονόητη. Το λόμπι λειτουργεί ως μηχανισμός πλαισίωσης της πολιτικής σκέψης, ορίζοντας τα όρια του επιτρεπτού στον δημόσιο διάλογο και στο Κογκρέσο.

Συνεπακόλουθα, η εσωτερική αναταραχή στο Ιράν, οφείλει να ενταχθεί στο πλαίσιο μιας ευρύτερης στρατηγικής αρχιτεκτονικής. Οπως υποστηρίζει ο Mearsheimer, η κρίση εγγράφεται σ’ ένα υπόδειγμα συνδυαστικής στρατηγικής των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ισραήλ, το οποίο περιλαμβάνει παρατεταμένη οικονομική αποδυνάμωση μέσω κυρώσεων, πληροφοριακή και επικοινωνιακή διείσδυση και επιχειρησιακή υποστήριξη αντικαθεστωτικών δικτύων. Ο επιδιωκόμενος στόχος αποκρυσταλλώνεται στην παραγωγή ελεγχόμενης αποσταθεροποίησης ικανής να καταστήσει το Ιράν πολιτικά και στρατηγικά ευάλωτο.

Το γεωπολιτικό βάρος της κρίσης ενισχύεται από τη δομική θέση του Ιράν ως γεωπολιτικού άξονα. Βρισκόμενο στη διασταύρωση του Περσικού Κόλπου, της Ανατολικής Μεσογείου, της Κεντρικής Ασίας και του Καυκάσου, ελέγχει κρίσιμες ενεργειακές ροές, θαλάσσια στενά και χερσαίους διαδρόμους. Η εσωτερική αστάθεια δεν περιορίζεται εντός συνόρων αλλά διαχέεται ακτινωτά, επηρεάζοντας πολλαπλά περιφερειακά υποσυστήματα ταυτόχρονα.

Στο σημείο αυτό αναδεικνύεται η λογική της αμερικανικής στρατηγικής του «δημιουργικού χάους». Η ελεγχόμενη αποσταθεροποίηση λειτουργεί ως εργαλείο γεωπολιτικής μηχανικής, επιδιώκοντας την αναδιάταξη περιφερειακών συσχετισμών ισχύος χωρίς το κόστος άμεσης στρατιωτικής ανατροπής. Η οικονομική ασφυξία, η πληροφοριακή πίεση και η καλλιέργεια εσωτερικής ρευστότητας συνθέτουν μια στρατηγική σταδιακής φθοράς ενός καθεστώτος ανθεκτικού σε ευθεία επέμβαση. Ωστόσο, η αποτυχία μετατροπής της αποσταθεροποίησης σε αλλαγή καθεστώτος συρρικνώνει δραστικά τα περιθώρια άμεσης στρατιωτικής δράσης, καθώς κάθε εξωτερικό πλήγμα χωρίς προηγούμενη εσωτερική αποδιάρθρωση αυξάνει εκθετικά τον κίνδυνο περιφερειακής κλιμάκωσης. Παράλληλα, περιορισμένες και μη αποφασιστικές επιτυχίες επιθέσεων κατά στρατιωτικών και πυρηνικών υποδομών ενισχύουν τα κίνητρα της Τεχεράνης να στραφεί προς την απόκτηση αξιόπιστης πυρηνικής αποτροπής.

Εν κατακλείδι, το διακύβευμα συνίσταται στην αναδιάταξη της περιφερειακής ισορροπίας ισχύος. Η ελεγχόμενη αποσταθεροποίηση και η στρατηγικά καλλιεργούμενη αβεβαιότητα τείνουν να υποκαθιστούν την άμεση στρατιωτική αναμέτρηση ως πρωτεύοντα μηχανισμό μεταβολής ισχύος σ’ ένα περιβάλλον διαρκούς αστάθειας και ανταγωνισμού.

Ο Διονύσης Τσιριγώτης είναι αναπληρωτής καθηγητής του Πανεπιστημίου Πειραιώς

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.