Η κατασκοπεία ως τέχνη ασκείται από την προϊστορία και την αρχαιότητα μέχρι τις ημέρες μας. Για τους ιστορικούς η κατασκοπεία αποτελεί το δεύτερο αρχαιότερο επάγγελμα, για τους εγκληματολόγους δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα έγκλημα εναντίον της κυβέρνησης ενός κράτους, για τους νομικούς είναι μία παραβίαση του εθνικού και του διεθνούς δικαίου, ενώ για τις σύγχρονες υπηρεσίες πληροφοριών και τους αξιωματούχους τους αποτελεί την άσκηση μιας διαχρονικής τέχνης η οποία στις ημέρες μας τείνει να γίνει επιστήμη.
Διαχρονικά, πολιτικοί και στρατιωτικοί ηγέτες επιθυμούσαν να γνωρίζουν τα μυστικά τόσο εχθρών όσο και συμμάχων και για να το επιτύχουν στην αρχή δημιουργούσαν οι ίδιοι δίκτυα κατασκόπων, ενώ με τη γραφειοκρατικοποίηση του πολέμου εγκαθιδρύονται εξειδικευμένες κρατικές γραφειοκρατίες. Οι σύγχρονες υπηρεσίες πληροφοριών προσπαθούν να συλλέξουν (μέσω ανθρώπινων πηγών, ανοικτών πηγών, αλλά και τεχνολογίας) και να αναλύσουν πληροφορίες (πολιτικές, διπλωματικές, στρατιωτικές, οικονομικές, επιστημονικές, τεχνολογικές) προκειμένου να υποστηρίξουν την πολιτική και στρατιωτική ηγεσία που καλείται να λάβει τις βέλτιστες αποφάσεις για την προστασία του εθνικού συμφέροντος. Βασικό τους χαρακτηριστικό είναι η χρήση μυστικών πηγών και μεθόδων (τόσο στη συλλογή όσο και στην ανάλυση), αλλά και ανοικτών πηγών.
Παράλληλα, οι υπηρεσίες πληροφοριών προσπαθούν να προστατεύσουν τις ανωτέρω ευαίσθητες πληροφορίες του κράτους τους, ενώ συλλέγουν και αναλύουν πληροφορίες, ώστε να εντοπίσουν, να εκμεταλλευτούν, να εμποδίσουν και να παραπλανήσουν τις κατασκοπευτικές δραστηριότητες τόσο εχθρών όσο και συμμάχων, τόσο κρατικών όσο και μη κρατικών δρώντων, στο πλαίσιο της αντιπληροφόρησης αλλά και της αντικατασκοπείας (εντοπισμός και εξουδετέρωση κατασκόπων).
Από την εποχή του Θουκυδίδη έως σήμερα, κρατικοί αξιωματούχοι που έχουν πρόσβαση σε διαβαθμισμένες πληροφορίες αλλά και απλοί άνθρωποι έχουν προδώσει την πατρίδα τους, παραδίδοντας κρατικά μυστικά σε αντιπάλους της και θέτοντας σε κίνδυνο την ασφάλειά της.
Τα αίτια προδοσίας, όπως καταγράφονται στη διεθνή βιβλιογραφία, είναι τα ακόλουθα: α) χρήμα, β) ιδεολογία (περιλαμβάνεται η θρησκεία), γ) εξαναγκασμός / εκβιασμός, δ) εγωισμός / αίσθημα υποτίμησης από την υπηρεσία.
Η αποκάλυψη των μελών του κατασκοπευτικού δικτύου του Cambridge (προεξάρχοντος του Harold «Kim» Philby) που στρατολογήθηκαν ως φοιτητές από τις σοβιετικές υπηρεσίες πληροφοριών τη δεκαετία του 1930 και βρέθηκαν σε υψηλόβαθμες θέσεις στο υπουργείο Εξωτερικών και τις υπηρεσίες πληροφοριών του Ηνωμένου Βασιλείου, συντάραξε συθέμελα το πολιτικό σύστημα και τις υπηρεσίες πληροφοριών του.
H σύλληψη (1994) του Aldrich Ames (επικεφαλής του Τμήματος Αντιπληροφόρησης της CIA εναντίον της Σοβιετικής Ενωσης / Ρωσίας) αποτέλεσε για τις αμερικανικές υπηρεσίες πληροφοριών ένα ισχυρό σοκ. Καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη, έχοντας προδώσει πάνω από 100 επιχειρήσεις και 30 στρατολογημένους πράκτορες της CIA στις σοβιετικές / ρωσικές υπηρεσίες πληροφοριών. Ακολούθησε εκείνη του Philip (Robert) Hanssen, υψηλόβαθμου πράκτορα του FBI, που καταδικάστηκε σε ισόβια το 2002 γιατί παρέδωσε άκρως απόρρητες πληροφορίες στις ίδιες ξένες υπηρεσίες. Κίνητρο και των δύο, τα χρήματα.
Και οι Σοβιετικοί, όμως, στον Ψυχρό Πόλεμο είχαν και εκείνοι τις αποτυχίες τους, όταν συνέλαβαν τον συνταγματάρχη Oleg Penkovsky της σοβιετικής GRU που παρέδωσε στους Αγγλοαμερικανούς πληροφορίες για την GRU και το πρόγραμμα διηπειρωτικών πυραύλων, ενώ απέτυχαν να συλλάβουν τον Oleg Gordievsky της KGB που τους παρέδιδε πληροφορίες σχετικά με τη λειτουργία και τις επιχειρήσεις της KGB. Κίνητρο και των δύο, η ιδεολογία.
Το παιχνίδι μεταξύ κατασκοπείας και αντιπληροφόρησης / αντικατασκοπείας συνεχίζεται και στις ημέρες μας, η λογική της κατασκοπείας και τα αίτια προδοσίας παραμένουν ίδια, μεταβάλλονται όμως τα μέσα λόγω της ραγδαίας ανάπτυξης της τεχνολογίας (ιδιαίτερα στο πεδίο της τεχνητής νοημοσύνης).
Ο Ιωάννης Λ. Κωνσταντόπουλος είναι επίκουρος καθηγητής Διεθνών Σχέσεων – Οικονομικής Διπλωματίας στο Τμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πειραιώς







