Η Ευρώπη θα πρέπει να εφαρμόσει στις ΗΠΑ την προσέγγιση που ανέπτυξε για την Κίνα, αντιμετωπίζοντας την Ουάσιγκτον ως εταίρο, ως ανταγωνιστή και ως αντίπαλο εκτιμά στη συνέντευξή του στα «ΝΕΑ» ο Στέφαν Μερ, πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου του Γερμανικού Ινστιτούτου Διεθνών Υποθέσεων και Ασφάλειας (SWP). Παράλληλα, ο γερμανός ειδικός, ο οποίος θα συμμετάσχει τον Απρίλιο στο Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών, θεωρεί ότι θα πρέπει η ad hoc σύσταση συμμαχιών στην Ευρώπη να αποκτήσει πιο θεσμική μορφή ώστε να λαμβάνονται γρηγορότερα αποφάσεις, ενώ προειδοποιεί για αναδυόμενο χάσμα Βορρά – Νότου όσον αφορά τις ανησυχίες ασφαλείας.
Η Κάγια Κάλας εκτίμησε ότι είναι μόνιμη η ρήξη στις διατλαντικές σχέσεις. Τι πιστεύετε;
Δεν θα το έλεγα μόνιμη, αλλά είναι μια βαθιά ρήξη που σίγουρα θα αλλάξει ριζικά τη σχέση Ευρώπης – ΗΠΑ. Είναι πιθανό να διορθωθεί από την επόμενη αμερικανική κυβέρνηση, αλλά και πάλι η μεθεπόμενη μπορεί να την αλλάξει. Το κύριο μήνυμα είναι ότι η αξιοπιστία έχει χαθεί. Η ισχυρή συναίνεση ότι οι διατλαντικές σχέσεις είναι πολύ σημαντικές και ένας από τους δύο πυλώνες στους οποίους πρέπει να στηρίζεται η Ευρώπη έχει εξαφανιστεί. Είναι σαφές ότι οι Ευρωπαίοι πρέπει να κάνουν ότι μπορούν για να αποκτήσουν στρατηγική κυριαρχία.
Πώς θεωρείτε ότι πείστηκε ο Τραμπ να κάνει πίσω για τη Γροιλανδία;
Πρώτον, έπαιξε ρόλο η προσωπική σχέση με τον Ρούτε. Δεύτερον, οι ανησυχίες για τις επιπτώσεις στις χρηματοπιστωτικές αγορές, ένα ευαίσθητο ζήτημα για αυτόν. Υπήρξαν ισχυρά σημάδια και το ότι ορισμένα ευρωπαϊκά συνταξιοδοτικά ταμεία θα αποχωρούσαν από αμερικανικούς τίτλους. Τρίτον, η ισχυρή θέση των ευρωπαϊκών χωρών, το αίσθημα ενότητας και αλληλεγγύης.
Ο Μερτς είπε ότι με τις ΗΠΑ είμαστε εταίροι και σύμμαχοι, όχι υποτελείς. Πώς μπορούν οι Ευρωπαίοι να διατηρήσουν μια ισορροπία σε αυτή τη σχέση, όταν μάλιστα όπως δηλώνει ο Ρούτε δεν μπορούμε να αμυνθούμε χωρίς τις ΗΠΑ;
Πρέπει να κερδίσουμε χρόνο. Χρειαζόμαστε τουλάχιστον πέντε, το πολύ δέκα χρόνια, αν επενδύσουμε τα χρήματα που δεσμευτήκαμε στη σύνοδο κορυφής του ΝΑΤΟ για την άμυνα, για να είμαστε σε θέση να αποτρέψουμε τη Ρωσία με συμβατικά μέσα. Εν τω μεταξύ θα πρέπει να ακολουθήσουμε την προσέγγιση που αναπτύξαμε για την Κίνα, την οποία βλέπουμε ως εταίρο, ως ανταγωνιστή και ως αντίπαλο. Δυστυχώς, πρέπει να την εφαρμόσουμε στις ΗΠΑ. Είναι εταίρος στον τομέα της ασφάλειας, ανταγωνιστής στην τεχνολογία, την οικονομία και είναι αντίπαλος στην ενέργεια, το κλίμα. Μόλις δημοσιεύσαμε μελέτη με τίτλο «Με, χωρίς, κατά της Ουάσιγκτον», η οποία θα είναι διαθέσιμη στα αγγλικά τις επόμενες μέρες, όπου αναλύουμε σε ποιους τομείς πολιτικής μπορούμε ακόμα να συνεργαστούμε, σε ποιους μπορούμε να δράσουμε χωρίς τις ΗΠΑ και σε ποιους τομείς πρέπει να δράσουμε εναντίον των ΗΠΑ.
Τι κάνουμε λοιπόν όσον αφορά την άμυνα;
Προσπαθούμε να αυξήσουμε στο 3,5% τις αμυντικές δαπάνες. Εφόσον οι ΗΠΑ δεν μας εγκαταλείψουν, εφόσον δεν εγκαταλείψουν το ΝΑΤΟ, εφόσον δεν προσπαθήσουν να πάρουν τη Γροιλανδία με τη βία είναι σύμμαχος. Για τα επόμενα πέντε χρόνια οι ΗΠΑ είναι ένας απαραίτητος σύμμαχος και στη συνέχεια θα δούμε πόσο έχουμε προχωρήσει σε ένα επίπεδο συμβατικής ισχύος όπου μπορούμε να αντιμετωπίσουμε τους Ρώσους. Το μεγαλύτερο ερώτημα, που παραμελούμε στη ευρωπαϊκή συζήτηση, είναι η ευρωπαϊκή πυρηνική αποτροπή χωρίς τις ΗΠΑ. Είναι το μεγάλο μειονέκτημα. Συζητάμε μέχρι στιγμής μόνο για τις συμβατικές ικανότητες. Δεν έχει γίνει πραγματικά σοβαρή συζήτηση για το αν οι Βρετανοί και οι Γάλλοι θα μπορούσαν να επεκτείνουν την πυρηνική τους ομπρέλα σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Χρειαζόμαστε ένα είδος ευρωπαϊκής πυρηνικής αποτροπής για να είμαστε πραγματικά στρατηγικά κυρίαρχοι.
Δεν είναι εύκολο να διαφοροποιηθούμε από τις ΗΠΑ στην άμυνα, σκεφτείτε τα F35 που αγοράζει η Ευρώπη;
Υπάρχει ήδη ένας βαθμός επανεξέτασης. Είναι πολύ νωρίς για να πούμε ότι αλλάξαμε πραγματικά τη στρατηγική σε αυτό το θέμα, αλλά στη Γερμανία συζητάμε όλο και περισσότερο ποιες είναι οι εναλλακτικές λύσεις και πώς μπορούμε να προχωρήσουμε με αυτές. Πρέπει παράλληλα να σημειώσουμε κάποια πρόοδο στην ενίσχυση της ευρωπαϊκής αμυντικής βιομηχανίας, επειδή προς το παρόν δεν έχουμε εναλλακτική για τα F-35. Δεν υπάρχει σχεδόν κανένα μαχητικό αεροπλάνο που να μπορεί να το ανταγωνιστεί. Οι υπεύθυνοι λήψης αποφάσεων στην Ευρώπη γνωρίζουν το πρόβλημα και θα προσπαθήσουν να το αντιμετωπίσουν. Για τέτοιου είδους ζητήματα σίγουρα μπορεί να χρειαστούμε 10 χρόνια.
Από την άλλη πλευρά, αυξάνουμε την εξάρτησή μας από τις ΗΠΑ, στην ενέργεια, στο LNG.
Αυτός είναι σίγουρα ένας τομέας που πρέπει να προσπαθήσουμε να κάνουμε περισσότερα χωρίς τις ΗΠΑ. Το ζήτημα είναι οι επενδύσεις σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, η μόνη μορφή ενέργειας που μπορούμε να ελέγξουμε. Πρέπει επίσης να αναβιώσουμε την ιδέα της παραγωγής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας στη Βόρεια Αφρική.
Η οργάνωση από τη Γερμανία βιντεοδιάσκεψης με υπουργούς Οικονομικών από άλλες πέντε ευρωπαϊκές χώρες, Γαλλία, Ιταλία, Ολλανδία, Ισπανία, Πολωνία ήταν μια προσπάθεια δημιουργίας μιας Ευρώπης «δύο ταχυτήτων». Είναι ο σχηματισμός ad hoc συμμαχιών ο δρόμος για την Ευρώπη;
Ηδη βρισκόμαστε σε κάποιον βαθμό στον δρόμο αυτό. Εχουμε τη «Συμμαχία των Προθύμων», έχουμε τη «Weimar+», την E3, E4, E5. Σίγουρα είναι ένας τρόπος για να αντιμετωπίσουμε τα ζητήματα αρκετά γρήγορα. Πρέπει να μετατρέψουμε αυτή την ευέλικτη ad hoc μορφή σε μια πιο θεσμική μορφή και μέσω της θεσμοθέτησης να διασφαλίσουμε ότι δεν θα χάσουμε ορισμένες χώρες που δεν συμμετέχουν. Ετοιμάζω μελέτη για τη δημιουργία ενός Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Ασφαλείας, για να δοθεί στις μεγάλες χώρες ένας ειδικός ρόλος, αλλά και να συμπεριληφθούν οι μικρότερες χώρες. Είχαμε ένα ενδιαφέρον σεμινάριο, όπου μιλήσαμε επίσης για το αναδυόμενο χάσμα Βορρά – Νότου στην Ευρώπη όσον αφορά τις ανησυχίες για την ασφάλεια.
Χώρες, όπως η Γερμανία, οι Βαλτικές, οι χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, καθώς και το Ηνωμένο Βασίλειο επικεντρώνονται σχεδόν πλήρως στη Ρωσία και την Ουκρανία, πρέπει να γνωρίζουν ότι διατρέχουμε τον κίνδυνο να χάσουμε χώρες που λένε ότι έχουμε επίσης σημαντικά ζητήματα ασφαλείας που δεν συνδέονται άμεσα με τη σύγκρουση αυτή. Πρέπει να καταβάλουμε πιο σοβαρές προσπάθειες για να τις συμπεριλάβουμε στη συζήτηση, ώστε να λάβουμε υπόψη και τα δικά τους ζητήματα ασφαλείας. Ελλάδα, Ιταλία, Ισπανία το αντιμετωπίζουν και δεν μπορούμε να τις χάσουμε. Δεν μπορούμε να περιμένουμε ότι θα δεσμευτούν πλήρως στα ίδια ζητήματα ασφαλείας όταν εμείς παραμελούμε τα δικά τους. Αποτελεί όλο και περισσότερο ένα θέμα.


