Η εκκίνηση της συζήτησης για τις αναθεωρητέες διατάξεις που θα προτείνει η κυβερνητική πλειοψηφία στο παρόν σώμα της Βουλής, αποδεσμεύει και ένα διαφορετικό επίπεδο στον πολιτικό και θεσμικό διάλογο. Το είδος και το περιεχόμενο των προτάσεων των αλλαγών θα καθορίσει τον βαθμό και την ένταση των αντιθέσεων αλλά και των όποιων συναινέσεων του πολιτικού δημοκρατικού τόξου.
Εδώ όμως υπάρχει ένα λεπτό σημείο: οι όποιες ιδεολογικές και πολιτικές διαφορές δεν μπορεί να μετατραπούν σε μια ασύμμετρη και τυφλή αντιπαράθεση που θα εκτραπεί σε μικροπολιτική σύγκρουση ενόψει εθνικής κάλπης. Πολύ περισσότερο η αντιπαράθεση αυτή δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να γίνει με όχημα ένα τέτοιο ευαίσθητο θέμα όπως οι δυνητικές συνταγματικές μεταβολές. Η χώρα έχει και το πολιτικό προσωπικό και τις διανοητικές δυνάμεις ώστε οι προτείνουσες διατάξεις να συζητηθούν με όλη την απαραίτητη θεσμική προστασία και σε περιβάλλον δημοκρατικής διαβούλευσης. Εχουμε συνηθίσει εσχάτως τα κόμματα να επιδίδονται σε έναν τοξικό λόγο που απλώς αναπαράγει έναν πολιτικό ανταγωνισμό και που δεν καθιστά την πολιτική ελκυστική.
Θα έχει λοιπόν μεγάλη σημασία η όλη διαδικασία να αποδείξει πως ως χώρα και ως πολιτική σκηνή έχουμε το θεσμικό βάρος και τη σοβαρότητα να μιλήσουμε για τον πυρήνα της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας: το τι Σύνταγμα θέλουμε και πώς αυτό θα συγχρονίζεται με τη νέα εποχή. Θα είναι βαρόμετρο πολλών ορίων αλλά και μια εμβληματική διαδικασία για όσα έχουμε ως κοινωνία κατακτήσει.







