Γνώρισα τον κύριο Ζακ πριν από πάρα πολλά χρόνια. Σε δισκογραφική εταιρεία εγώ κι εκείνος από τους πιο σημαντικούς μουσικούς παραγωγούς, μια διακεκριμένη προσωπικότητα και εκτός του επαγγελματικού του χώρου. Θυμάμαι ένα άνθρωπο με στρογγυλό, καλοσυνάτο πρόσωπο, ευγενικό και πάντα χαμογελαστό, με ιδιαίτερο χιούμορ, η χαρά της ζωής.
Η εξείδικευσή του μάλιστα στην τζαζ, το φλαμένκο και τις λατινοαμερικάνικες μουσικές (στη δεκαετία του 1980 οπότε και είχε αρχίσει η κυριαρχία του ρεμπέτικου) τον έκανε να μοιάζει στα μάτια μου σαν ένας κοσμοπολίτης, ένας μπον βιβέρ.
Σε κάποια συνάντηση ανθρώπων της δισκογραφίας (καλοκαίρι ήταν, κοντομάνικα φορούσαμε) πρόσεξα ένα τατουάζ στο χέρι του. Εναν αριθμό. Και τότε έμαθα ότι ο πάντα χαμογελαστός και κεφάτος κύριος Ζακ ήταν Εβραίος και είχε περάσει από στρατόπεδο συγκέντρωσης.
Την περασμένη Τρίτη, Διεθνή Ημέρα Μνήμης Θυμάτων Ολοκαυτώματος και κάμποσα χρόνια από τότε που μας αποχαιρέτησε ο κύριος Ζακ το 2008, η κόρη του έκανε μια ανάρτηση στα σόσιαλ μίντια. Οπου έγραφε πόσο είχε εκνευριστεί ο πατέρας της όταν είδε την ταινία La vitae bella. Δεκατεσσάρων ετών ήταν όταν βρέθηκε στο Αουσβιτς και του ήταν αδύνατο να βρει μια ποιητική διάσταση σε όσα έζησε εκεί. Από τα 25 μέλη της ευρύτερης οικογένειάς του, 22 οδηγήθηκαν στο στρατόπεδο συγκέντρωσης απ’ όπου γύρισε μόνο εκείνος.
Στο διάστημα της κράτησής του έμαθε ότι ο πατέρας του πέθανε στους φούρνους, είδε τον γαμπρό του να εκτελείται, τον θείο του να πέφτει στα ηλεκτροφόρα σύρματα προσπαθώντας να αποδράσει. Τον ίδιο τον είχαν ρίξει σε μια στέρνα και τον χτυπούσαν στο κεφάλι κάθε φορά που το έβγαζε από το νερό για να αναπνεύσει. Αλλά ο κύριος Ζακ άντεξε. Και αυτό και όλα τα άλλα που είδε, άκουσε, μύρισε.
Ακόμη και όταν στην απελευθέρωση, λίγα λεπτά πριν αποχωρήσουν, οι φρουροί πετούσαν τρόφιμα στους κρατούμενους και πυροβολούσαν όποιον ξεμύτιζε για να τα πάρει, εκείνος, 17χρονος πια και ήδη «σοφός», συγκρατήθηκε.
Ο κύριος Ζακ δεν μιλούσε ποτέ γι’ αυτά. Ηταν στιγμές όμως που, χωρίς προφανή λόγο, το συνήθως χαρούμενο βλέμμα του συννέφιαζε. Μόνο με τη γυναίκα του τα μοιράστηκε και με τον ανιψιό του που έγραψε ένα βιβλίο για εκείνο. Και η κόρη του τον θυμάται, λίγες εβδομάδες πριν φύγει από τη ζωή, να τη βλέπει με το μωρό της στην αγκαλιά της και να μουρμουρίζει «Ευχαριστώ Θεέ μου». Ευχαριστούσε τον Θεό μόνο και μόνο επειδή κατάφερε να επιζήσει, να δει παιδιά και εγγόνια.
Ποιος ξέρει πόσες φορές, έφηβος ακόμη στο στρατόπεδο, θα «στοιχημάτισε» με τον Θεό γι’ αυτήν την προοπτική. Και στην πραγματικότητα, το «Ευχαριστώ Θεέ μου» του κυρίου Ζακ είναι το ίδιο ακριβώς με το «Αν υπάρχει Θεός θα πρέπει να μου ζητήσει να τον συγχωρέσω» που είχε γράψει κρατούμενος σε τοίχο του Αουσβιτς.
Για τους «κυρίους Ζακ» που επέζησαν, για τα έξι εκατομμύρια Εβραίους που εξοντώθηκαν στα στρατόπεδα της φρίκης, θα γινόταν μια ομιλία στον Βόλο. Ο περιφερειάρχης Θεσσαλίας Δημήτρης Κουρέτας συμφώνησε να ακυρωθεί, συντασσόμενος με την πολιτική μόδα του αντισημιτισμού. Τελεία.
ΥΓ: Πρόκειται για τον εμβληματικό μουσικό παραγωγό Ζακ Μεναχέμ.







